Η επιδότηση και η μείωση της φορολογίας κερδίζουν κάποιες μέρες, ίσως ένα δεκαήμερο στα ορεινά
Αν κοιτάξετε προσεκτικά στα σπίτια των χωριών, αλλά πιθανόν και στις αποθήκες των παππούδων σας στις πόλεις, θα βρείτε τις λάμπες πετρελαίου. Πρόκειται για τα λυχνάρια του 20ού αιώνα που φώτιζαν τα σπίτια τα βράδια, πριν από την έλευση του ηλεκτρικού ρεύματος. Πολλοί τις κράτησαν ως ενθύμιο, αλλά και ως λύση ανάγκης σε περίπτωση μεγάλων διακοπών ρεύματος. Την ίδια μοίρα επιφυλάσσει άραγε η ζωή και για τις θερμάνσεις πετρελαίου;
Δεν είναι μόνο επειδή το μπρεντ ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι και το ντίζελ στα πρατήρια τα 2 ευρώ το λίτρο, με δύο ταυτόχρονους πολέμους στην Ανατολική Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή. Είναι κυρίως επειδή ο εξηλεκτρισμός της οικονομίας, οι νέες πράσινες τεχνολογίες, οι περιβαλλοντικοί κανόνες και η περιβαλλοντική φορολογία οδηγούν σταδιακά τη θέρμανση πετρελαίου στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, δίπλα στη λάμπα πετρελαίου. Γιατί, λοιπόν, συνεχίζουμε να την επιδοτούμε και να μειώνουμε τη φορολογία της, ωσάν να πρόκειται για την τεχνολογία του μέλλοντος;
Δεν ξέρω πραγματικά σε πόσες καινούργιες κατοικίες εγκαταστάθηκε θέρμανση πετρελαίου τα τελευταία δέκα, αν όχι και δεκαπέντε, χρόνια. Όσοι το έπραξαν, σίγουρα αισθάνονται πως πιάστηκαν κορόιδο. Ειδικά τώρα που η θέρμανση του σπιτιού τους θα στοιχίσει τον χειμώνα δύο, μπορεί και τρεις χιλιάδες ευρώ. Ακόμη και όσοι εγκατέστησαν φωτοβολταϊκά και μηδένισαν τους λογαριασμούς του ρεύματος, ξέμειναν με θέρμανση πετρελαίου. Και ας μη γελιόμαστε. Η επιδότηση και η μείωση της φορολογίας κερδίζουν κάποιες μέρες, ίσως ένα δεκαήμερο στα ορεινά. Τις υπόλοιπες 120-140 μέρες που μπορεί να έχει κρύο, τι κάνουμε;
Αν η εκτίμηση της κυβέρνησης είναι πως τα 100 δολάρια το βαρέλι αποτελούν παροδικό ζήτημα και ότι η πράσινη μετάβαση θα πάει στον κάλαθο των αχρήστων, τότε απλώς κάνουμε υπομονή και τίποτα άλλο. Ίσως να μειώσουμε ακόμη λίγο τη φορολογία, με την ανοχή της ΕΕ, και να δώσουμε ακόμη λίγη επιδότηση.
Αν, όμως, το υψηλό κόστος είναι εδώ για να μείνει, με ή χωρίς πολέμους, τότε η κυβέρνηση οφείλει να δώσει εντολή στην Υπηρεσία Ενέργειας, στο Τμήμα Περιβάλλοντος αλλά και στην Πολεοδομία να επανέλθουν με ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για τη θέρμανση και την ψύξη στην Κύπρο. Ένα σχέδιο που να απαντά όχι μόνο στο πώς θα αντιμετωπίσουμε το σημερινό κόστος, αλλά και στο πώς θα μειώσουμε μόνιμα την ενεργειακή ανάγκη των νοικοκυριών. Αν χρειάζεται, ας ανατεθεί σε μια ομάδα ειδικών και ακαδημαϊκών, όπως έγινε με την κτηνοτροφία, ώστε να καταλήξουμε σε συγκεκριμένες, εφαρμόσιμες και συμπεριληπτικές λύσεις.
Όχι πως δεν ξέρουν στην κυβέρνηση τι χρειάζεται. Οι επιστήμονες τα έχουν καταγράψει πολλές φορές και οι κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ είναι εκεί. Φωτοβολταϊκά, πράσινες κοινότητες και αποθήκευση πράσινης ενέργειας, θερμομονώσεις και ό,τι άλλο χρειάζεται ένα κτίριο για την ενεργειακή του αναβάθμιση, αντλίες θερμότητας και, γενικά, ενεργειακά συστήματα ψύξης και θέρμανσης.
Αυτό που θα πρέπει να μας πει η έκθεση είναι πώς όλα αυτά μπορούν να γίνουν σε παγκύπριο επίπεδο και πόσο θα κοστίσουν. Ποια μέτρα πρέπει να εφαρμοστούν άμεσα, ποια σταδιακά και ποια να καταστούν υποχρεωτικά με την πάροδο του χρόνου; Πώς θα χρηματοδοτηθούν, ώστε να είναι οικονομικά προσιτά για όλα τα νοικοκυριά; Και, κυρίως, από πού πρέπει να ξεκινήσουμε ώστε να δοθεί προτεραιότητα σε εκείνους που έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη και η ενεργειακή μετάβαση να είναι κοινωνικά δίκαιη;
Διαφορετικά, θα έχουμε μια κοινωνία στην οποία κάποιοι θα καταξοδεύονται για να ζεσταθούν τον χειμώνα και να δροσιστούν το καλοκαίρι, ενώ κάποιοι άλλοι θα ξεπαγιάζουν τον χειμώνα και θα υπερθερμαίνονται το καλοκαίρι.