weather widget icon
28.9 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
25.10.2026 7:48
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΜΑΡΙΟΣ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ

ΜΑΡΙΟΣ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ

Η περιοδεία της στην Κύπρο ξεκίνησε από το θέατρο Παπαδοπούλου, στις 25 του μηνός και διήρκεσε μέχρι τον Ιανουάριο του 1946

Το «Έπος του Σαράντα» κατέχει μια ξεχωριστή θέση στη συλλογική μνήμη των σημερινών Ελλήνων. Ανάμεσα στα πολιτισμικά μέσα που διαμόρφωσαν αυτή τη μνήμη, το τραγούδι υπήρξε, ίσως, το καθοριστικότερο. Για δεκαετίες, οι επετειακοί εορτασμοί, τα ραδιοφωνικά προγράμματα και τα τηλεοπτικά αφιερώματα επανάφεραν σταθερά τα ίδια ακούσματα, δημιουργώντας ένα κοινό ηχητικό και νοηματικό τοπίο γύρω από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο στην Αλβανία.

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς κοινωνό του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού που να μην έχει ακούσει επανειλημμένα τραγούδια όπως «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά», «Κορόιδο Μουσολίνι», «Πήραμε τ’ Αργυρόκαστρο», «Ο Έφεδρος Ανθυπολοχαγός». Για πολλούς, αυτά τα μουσικά ακούσματα προηγούνται της ιστορικής γνώσης και λειτουργούν ως φίλτρο μέσα από το οποίο προσλαμβάνεται το ίδιο το γεγονός. Τα γνωστότερα τραγούδια έφτασαν σε εμάς κυρίως μέσα από δύο γυναικείες φωνές. Η πρώτη είναι εκείνη της Σοφίας Βέμπο, η οποία τα τραγούδησε την ώρα που ο πόλεμος βρισκόταν σε εξέλιξη. Η δεύτερη είναι η φωνή της Μαρινέλλας, που τα έφερε στο προσκήνιο, σε διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά συμφραζόμενα, το 1973, μέσα από τον δίσκο «Αλβανία».

Σημαντικότερο όλων των τραγουδιών που σχετίζονται με το ‘40 μπορεί να θεωρηθεί το τραγούδι «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά». Οι στίχοι του γράφτηκαν, αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου και γνώρισε τεράστια απήχηση. Η δημιουργία του ήταν μια προσωπική πρωτοβουλία της Σοφίας Βέμπο. Η ίδια ζήτησε από τον, μετέπειτα σύζυγό της, Μίμη Τραϊφόρο  να γράψει στίχους πάνω στη μελωδία της «Ζεχρά» του Μιχάλη Σουγιούλ, μια μελωδία που της άρεσε ιδιαίτερα. Το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Το τραγούδι έγινε ταχύτατα συλλογικό κτήμα, τραγουδήθηκε στα μετόπισθεν, στα θέατρα, στα ραδιόφωνα, αλλά και σύμφωνα με τις μαρτυρίες, στο μέτωπο.

Η επιτυχία του «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά» οφείλεται και στον τρόπο που το τραγούδι γεφυρώνει το ιδιωτικό με το δημόσιο. Η φωνή μιας γυναίκας απευθύνεται στους στρατιώτες με τόνο μητρικό, ενώ ταυτόχρονα ενθαρρύνει «όσες αγαπούνε και για κάποιον ξενυχτούνε» να ανταπεξέλθουν με αξιοπρέπεια τις δύσκολες στιγμές. Έτσι, ο πόλεμος εντάσσεται σε ένα συναισθηματικό πλαίσιο που τον καθιστά ανεκτό, ακόμη και εξιδανικευμένο. Μέσα από το τραγούδι, ο πόνος, ο φόβος και η απώλεια μετασχηματίζονται σε συγκίνηση και υπερηφάνεια.

Η Βέμπο επισκέφθηκε την Κύπρο ακριβώς πριν την έναρξη και αμέσως μετά την λήξη του Παγκόσμιου Πόλεμου. Την πρώτη φορά, το 1939, ήρθε στο νησί για σειρά παραστάσεων που ξεκίνησαν στο “Σιαντεκλαίρ” στις 25 Μαρτίου, ανήμερα, δηλαδή, της επετείου της ελληνικής επανάστασης. Η επόμενη φορά ήταν το 1945. Μέχρι τότε το ελληνικό έθνος είχε αποκτήσει ακόμα μια εθνική εορτή, εφάμιλλης λαμπρότητας με την 25η Μαρτίου∙ την επέτειο του ΟΧΙ. Η νέα επέτειος ήταν επενδυμένη με την φωνή της Βέμπο.  Με την αίγλη αυτής της συμβολής η Βέμπο επισκέφτηκε ξανά στην Κύπρο…

 Η «τραγουδίστρια της νίκης» που είχε αυτοεξοριστεί στην Αίγυπτο κατά τη διάρκεια της κατοχής και εμψύχωνε τα ελληνικά στρατεύματα στη Μέση Ανατολή, έφτασε στην Κύπρο επικεφαλής θιάσου από την Αλεξάνδρεια τον Νοέμβριο του 1945. Η περιοδεία της στην Κύπρο ξεκίνησε από το θέατρο Παπαδοπούλου, στις 25 του μηνός και διήρκεσε μέχρι τον Ιανουάριο του 1946. H ιστορική συγκυρία σε συνδυασμό με την γεωγραφική θέση της Κύπρου επέτρεψε στης «Κύπρου τα παιδιά» να απολαύσουν την Βέμπο πριν από της «Ελλάδος τα παιδιά» που την άκουσαν αργότερα τον ίδιο χρόνο όταν επέστρεψε στην Αθήνα.

Σήμερα, ένα μνημείο στο πάρκο της Χρυσαλινιώτισσας στη Λευκωσία –από τα ελάχιστα αφιερωμένα σε γυναίκα– θυμίζει τη Σοφία Βέμπο και το ιστορικό της τραγούδι. Αποτελεί υλική υπενθύμιση του κομβικού ρόλου που διαδραμάτισε η φωνή της στη διαμόρφωση της ανάμνησης του «Έπους του Σαράντα». Τα τραγούδια της, με κορυφαίο το «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά», παραμένουν μέχρι σήμερα από τους πιο ανθεκτικούς φορείς αυτής της μνήμης.