Πως η κυπριακή διαιτησία και το VAR επανέρχονται στο προσκήνιο
Η διαιτησία αποτελεί διαχρονικά ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα του κυπριακού ποδοσφαίρου, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλες μα όλες τις χώρες ανά την υφήλιο. Μια αμφισβητούμενη απόφαση αρκεί για να προκαλέσει αντιδράσεις, ανακοινώσεις και αλληλοκατηγορίες. Ο πρόεδρος της ΚΟΠ, Χάρης Λοϊζίδης, ζητά περισσότερη ψυχραιμία και λιγότερες άδικες επιθέσεις προς τους Κύπριους διαιτητές. Σε αρκετά σημεία έχει δίκιο. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι η συζήτηση πρέπει να σταματά εκεί.
Είναι γεγονός ότι η διαιτησία συχνά γίνεται το εύκολο άλλοθι για τις αποτυχίες μιας ομάδας. Είναι πιο βολικό να αποδοθεί μια ήττα σε ένα σφύριγμα παρά στις χαμένες ευκαιρίες, στα αμυντικά λάθη, στις επιλογές του προπονητή ή στις αδυναμίες του αγωνιστικού σχεδιασμού. Δεν μπορεί κάθε αμφισβητούμενη απόφαση να βαφτίζεται σκάνδαλο ούτε κάθε αρνητικό αποτέλεσμα να αποδίδεται στους διαιτητές.
Υπάρχει, όμως, και η άλλη πλευρά. Οι διαιτητές δεν μπορούν να βρίσκονται στο απυρόβλητο όταν κάνουν σοβαρά λάθη, ιδιαίτερα όταν αυτά επαναλαμβάνονται ή δημιουργούν την εντύπωση ότι παρόμοιες φάσεις αντιμετωπίζονται με διαφορετικά μέτρα και σταθμά. Το λάθος είναι μέρος του ποδοσφαίρου. Όταν, όμως, υπάρχει η δυνατότητα επανεξέτασης μιας φάσης και παρ` όλα αυτά προκύπτουν νέες αμφισβητήσεις, η ευθύνη για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται το ζήτημα του VAR. Η τεχνολογία εισήχθη για να περιορίσει τα σοβαρά διαιτητικά λάθη και να ενισχύσει το αίσθημα δικαιοσύνης. Δε σχεδιάστηκε για να εξαφανίσει κάθε διαφωνία, αλλά για να διορθώνει αποφάσεις σε συγκεκριμένες, καθοριστικές περιπτώσεις. Όταν, όμως, μια φάση εξετάζεται σε πολλές επαναλήψεις και η τελική απόφαση εξακολουθεί να προκαλεί εύλογα ερωτήματα, τότε η αμφισβήτηση δεν μπορεί να αποδίδεται αποκλειστικά στην υπερβολή των ομάδων και των φιλάθλων.
Η παραδοχή του προέδρου της ΚΟΠ ότι υπάρχουν αδυναμίες στο VAR είναι σημαντική. Χρειάζεται, ωστόσο, να συνοδεύεται από συγκεκριμένες λύσεις. Διότι, αν το πρόβλημα εντοπίζεται στην αξιολόγηση των φάσεων, στην ερμηνεία των κανονισμών ή στη συνέπεια των παρεμβάσεων, τότε εκεί πρέπει να επικεντρωθεί η προσπάθεια βελτίωσης. Η παραδοχή ότι έγιναν λάθη είναι σημαντική και αποτελεί σαφέστατα μήνυμα βούλησης εκ μέρους της ομοσπονδίας, για επίλυση των σοβαρών θεμάτων που προκύπτουν σχεδόν σε κάθε αγωνιστική. Δε φτάνει όμως, όπως δεν αρκεί και η γενική διαπίστωση ότι δεν επηρέασαν αποτελέσματα χωρίς αναλυτική τεκμηρίωση.
Ως κυπριακό ποδόσφαιρο οφείλουμε να επενδύσουμε σε εξειδικευμένη εκπαίδευση των διαιτητών VAR, με ανάλυση πραγματικών φάσεων, προσομοιώσεις και τακτική αξιολόγηση. Χρειάζεται ενιαία εφαρμογή των πρωτοκόλλων, σαφή κριτήρια για το πότε και πώς παρεμβαίνει το VAR και συστηματική καταγραφή των λαθών, ώστε να εντοπίζονται οι αδυναμίες και να διορθώνονται. Η δημοσιοποίηση τεκμηριωμένων εξηγήσεων για κρίσιμες αποφάσεις θα μπορούσε, επίσης, να περιορίσει την καχυποψία.
Η χρησιμοποίηση ξένων διαιτητών στο VAR μπορεί να προσφέρει τεχνογνωσία και να ενισχύσει προσωρινά την εμπιστοσύνη. Δεν πρέπει, όμως, να γίνει μόνιμη λύση. Στόχος πρέπει να είναι η δημιουργία δικών μας διαιτητών που θα διαθέτουν την κατάρτιση και την εμπειρία να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του ρόλου τους. Αυτό προϋποθέτει συνεχή εκπαίδευση, αξιοκρατία και αξιολόγηση με αντικειμενικά κριτήρια.
Ασφαλώς, ευθύνη έχουν και οι αθλητικοί συντάκτες, οι ομάδες και οι παράγοντες. Η κριτική πρέπει να βασίζεται στους κανονισμούς και στα πραγματικά δεδομένα, όχι να αποτελεί εργαλείο δικαιολόγησης κάθε αποτυχίας. Η κυπριακή διαιτησία δε χρειάζεται ούτε τυφλή προστασία ούτε ισοπεδωτική καταδίκη. Το VAR πρέπει να αποτελεί εργαλείο δικαιοσύνης. Ο σεβασμός προς τους διαιτητές θα ενισχυθεί όταν οι αποφάσεις τους πείθουν, τα λάθη περιορίζονται και η αξιολόγηση γίνεται με συνέπεια και διαφάνεια. Τότε η διαιτησία θα πάψει να αποτελεί το μόνιμο άλλοθι των αποτυχημένων και θα πάψει, ταυτόχρονα, να δίνει αφορμές για δικαιολογημένη αμφισβήτηση.