weather widget icon
28.9 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
08.11.2026 7:10
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΚΛΑΙΡΙΑ ΜΟΣΧΟΒΙΑ

ΚΛΑΙΡΙΑ ΜΟΣΧΟΒΙΑ

Οι αιτίες της παιδικής επιθετικότητας και η ανάγκη για ουσιαστική αντιμετώπιση της σχολικής βίας

Την ώρα που η κυπριακή κοινωνία παρακολουθεί εμβρόντητη τα αλλεπάλληλα περιστατικά σχολικής βίας που βλέπουν το φως της δημοσιότητας και με αφορμή το πρόσφατο περιστατικό που σημειώθηκε σε δημοτικό σχολείο της Λευκωσίας όπου, 10χρονη μαθήτρια δέχθηκε επίθεση από τέσσερις συμμαθητές της, επανέρχονται τα ερωτήματα γύρω από τα αίτια της παιδικής επιθετικότητας, τον ρόλο της οικογένειας, του σχολείου αλλά και της ίδιας της Πολιτείας στην πρόληψη και αντιμετώπιση της σχολικής βίας.

Μιλώντας στον «Alpha της Κυριακής» ο Σχολικός Ψυχολόγος Γιώργος Πογιατζής, εξηγεί ότι, η περισσότερη δημοσιοποίηση περιστατικών σχολικής βίας μπορεί αφενός να σημαίνει αύξηση των περιστατικών αλλά αφετέρου είναι πιθανόν κάποια περιστατικά να υπήρχαν και στο παρελθόν χωρίς ωστόσο να καταγράφονται. 

Τα στοιχεία

Στην Κύπρο, η έκθεση της Ομάδας Ασφαλούς Σχολείου για το 2024 – 2025 καταγράφει 510 περιστατικά βίας από 98 σχολεία που υπέβαλαν στοιχεία. Παράλληλα, σε πρόσφατη έρευνα της ΠΟΕΔ την άνοιξη του 2026, το 95% των 1017 εκπαιδευτικών πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης που συμμετείχαν εκτίμησε ότι τα περιστατικά σχολικής βίας και παραβατικότητας έχουν αυξηθεί. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι χρειάζεται ακρίβεια στην ερμηνεία γι’ αποφυγή παρερμηνείας και της ίδιας της ουσίας. Η επίσημη καταγραφή έχει περιορισμένη κάλυψη, όπως αναγνωρίζει η ίδια η έκθεση, ενώ η έρευνα αποτυπώνει τις αντιλήψεις των συμμετεχόντων. Τα ευρήματα αυτά, όπως σημειώνει, δικαιολογούν την ανησυχία, παράλληλα όμως δεν αρκούν για να εξακριβωθεί η πραγματική μεταβολή της βίας στον χρόνο.

«Χρειάζεται να πάρουμε σοβαρά όσα καταγράφονται, χωρίς να ζητάμε από τους αριθμούς να αποδείξουν περισσότερα από όσα μπορούν. Επομένως, χρειάζεται να αποφύγουμε τόσο τη γενίκευση ότι “τα παιδιά έγιναν πιο βίαια” όσο και τον καθησυχασμό ότι “πάντα αυτά συνέβαιναν”. Η μεγαλύτερη ορατότητα είναι ευκαιρία να κατανοήσουμε καλύτερα το πρόβλημα» αναφέρει χαρακτηριστικά ο κ. Πογιατζής.

Πίσω από μια βίαιη συμπεριφορά

Τα περιστατικά σχολικής βίας που παρατηρούμε τις τελευταίες μέρες εγείρουν το εξής ερώτημα: ποια είναι τα βαθύτερα αίτια της επιθετικότητας στα παιδιά. Κληθείς να δώσει απάντηση στο ερώτημα, ο κύριος Πογιατζής ξεκαθάρισε ότι, η ίδια συμπεριφορά μπορεί να εξυπηρετεί διαφορετική λειτουργία για κάθε παιδί. Δηλαδή, ένα παιδί μπορεί να ασκεί βία επειδή αντιλαμβάνεται μια κατάσταση ως απειλή και δυσκολεύεται να ανακόψει την αντίδρασή του. Ένα άλλο μπορεί να χρησιμοποιεί τη βία για να επιβληθεί ή επειδή έχει μάθει ότι έτσι αποκτά αυτό που θέλει. Η έκθεση στη βία, τα ασυνεπή ή υπερβολικά αυστηρά όρια, οι δυσκολίες αυτορρύθμισης, η απόρριψη αλλά και οι ευρύτερες συνθήκες που βιώνει ένα παιδί, μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο εκδήλωσης επιθετικής συμπεριφοράς. Ωστόσο, κανένας από αυτούς τους παράγοντες δεν προδιαγράφει την εξέλιξη του. Όπως επισημαίνει ο κ. Πογιατζής, είναι σημαντικό να εξετάζεται ο συνδυασμός τους, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις σχέσεις και τις δυνατότητες που μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά. Στο πλαίσιο της εφαρμοσμένης ψυχολογίας, η κατανόηση της συμπεριφοράς προϋποθέτει τη διερεύνηση όσων προηγήθηκαν, του τρόπου με τον οποίο το παιδί αντιλήφθηκε την κατάσταση, του τι επιδίωξε ή πέτυχε μέσα από τη συμπεριφορά του, καθώς και όσων ακολούθησαν. Τα στοιχεία αυτά καθοδηγούν την παρέμβαση, καθώς η κατανόηση των αιτιών αποτελεί βασική προϋπόθεση για να αποκτήσει η ανάληψη ευθύνης ουσιαστικό περιεχόμενο.

Ο ρόλος της οικογένειας, του σχολείου και της Πολιτείας

Για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας, καθοριστικό ρόλο έχει τόσο η οικογένεια και το σχολείο όσο και η Πολιτεία. Σύμφωνα με όσα δήλωσε ο κύριος Πογιατζής, το παιδί μαθαίνει πώς αντιμετωπίζεται η διαφωνία παρατηρώντας τους γονείς. Εξηγεί ότι, όταν ο γονιός βάζει όρια χωρίς να ταπεινώνει, διδάσκει στην πράξη τον σεβασμό που ζητά.

Σε ότι αφορά το σχολείο, υπογράμμισε πως η πρόληψη προϋποθέτει καθημερινή εφαρμογή με δίκαιους και κατανοητούς κανόνες, ουσιαστική εποπτεία, καλλιέργεια δεξιοτήτων επίλυσης συγκρούσεων και έγκαιρη αντιμετώπιση συμπεριφορών που πληγώνουν ή αποκλείουν. Την ίδια ώρα, τόνισε την ανάγκη για έγκαιρη συνεργασία των εκπαιδευτικών με τους γονείς, η οποία θα στηρίζεται σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις και κοινούς στόχους.

Πέραν από την ευθύνη της οικογένειας και του σχολείου, ο κύριος Πογιατζής έθιξε και τον ρόλο της Πολιτείας. Η Κύπρος διαθέτει πολιτικές και πρωτόκολλα για τη σχολική βία. Παραταύτα, όπως σημειώνει, η εφαρμογή τους χρειάζεται πρόσβαση σε επαγγελματίες (Σχολικούς, Συμβουλευτικούς και Κλινικούς) Ψυχολόγους, στήριξη των οικογενειών και συντονισμό των Υπουργείων Παιδείας και Υγείας και Υφυπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας.

«Χρειάζεται να είναι σαφές ποιος αναλαμβάνει, ποια βοήθεια θα δοθεί και πότε θα επανεξεταστεί η κατάσταση. Ένα παιδί δεν πρέπει να χάνεται ανάμεσα στις παραπομπές, ούτε η οικογένεια και ο εκπαιδευτικός να καλούνται να υποκαταστήσουν ολόκληρο το σύστημα στήριξης».

Ο ρόλος των θεατών ενός περιστατικού βίας

Οι θεατές ενός περιστατικού βίας μπορούν να επηρεάσουν την εξέλιξη του. Ωστόσο δεν έχουν όλοι την ίδια στάση, ούτε φέρουν την ίδια ευθύνη. Το γέλιο και η ενθάρρυνση, ενδέχεται να ενισχύσουν την επιθετική συμπεριφορά λειτουργώντας ως επιβράβευση της. Από την άλλη, η αδράνεια ενός παιδιού δεν σημαίνει απαραίτητα ότι συμφωνεί, καθώς μπορεί να φοβάται μήπως γίνει το επόμενο θύμα, να μην ξέρει πώς να αντιδράσει ή να μην εμπιστεύεται ότι οι ενήλικες θα το προστατεύσουν. Ο κύριος Πογιατζής υπογραμμίζει την ανάγκη να διδάσκονται στους μαθητές συγκεκριμένοι και ασφαλείς τρόποι παρέμβασης. Για παράδειγμα η αναζήτηση βοήθειας από έναν υπεύθυνο ενήλικα , η αναφορά όσων έχουν παρακολουθήσει χωρίς δημόσια έκθεση και η στήριξη του συμμαθητή που έχει υποστεί βία. «Δεν γίνεται και δεν μπορούμε να απαιτούμε από ένα παιδί να διακινδυνεύσει τη σωματική του ασφάλεια για να αποδείξει ότι ενδιαφέρεται», τονίζει. Παράλληλα, καθοριστικό ρόλο έχει η στάση των ενηλίκων, οι οποίοι οφείλουν να ανταποκρίνονται σε κάθε αναφορά και να παρακολουθούν την εξέλιξη της κατάστασης. Άλλωστε, όπως υπογραμμίζει, η προτροπή προς τα παιδιά να μιλούν αποκτά πραγματική αξία μόνο όταν συνοδεύεται από αξιόπιστη προστασία. Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο γιατί ένα παιδί επέλεξε να σιωπήσει αλλά και κατά πόσο αισθάνεται ασφαλές να μιλήσει.

Το ερώτημα που γεννάται είναι, πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται τα παιδιά που ασκούν βία. Η πρώτη προτεραιότητα, σύμφωνα με τις δηλώσεις του κύριου Πογιατζή, είναι να σταματήσει η βία και να προστατευθεί το παιδί που τη δέχτηκε. Ενώ όπως εξηγεί, για το παιδί που την άσκησε χρειάζονται σαφή όρια και συνέπειες, ανάλογες με τη σοβαρότητα της πράξης και κατάλληλες για την ηλικία και το αναπτυξιακό του επίπεδο. Παράλληλα, χρειάζεται να κατανοήσει τη βλάβη που προκάλεσε και να υποστηριχθεί ώστε να αλλάξει τη συμπεριφορά του. «Η τιμωρία από μόνη της ποτέ δεν εξασφαλίζει αυτή την αλλαγή. Χρειάζεται πάντα αξιολόγηση του (συγκεκριμένου) παιδιού και των συνθηκών του, ενδεχομένως δουλειά στην αυτορρύθμιση, στις αντιλήψεις του για την επιβολή και στον τρόπο που σχετίζεται, μαζί με παρεμβάσεις στην οικογένεια και στο σχολείο», καταλήγει.