Στα περίπου €2 δισ. υπολογίζεται η συνολική δημοσιονομική επιβάρυνση του κράτους από τη στήριξη του πρώην Συνεργατισμού για την περίοδο 2014–2030, σύμφωνα με την Ειδική Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, ημερομηνίας 4 Νοεμβρίου 2026. Ο έλεγχος για την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων από την ΚΕΔΙΠΕΣ καταγράφει αδυναμίες στην εποπτεία της Altamira Cyprus, στις αποτιμήσεις και πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, καθώς και σε διαδικασίες που αφορούν το προσωπικό της εταιρείας.
Σύμφωνα με την Έκθεση, η εκτιμώμενη επιβάρυνση περιλαμβάνει €1,5 δισ. από την αρχική ανακεφαλαιοποίηση του Συνεργατισμού, μετά την ανάκτηση €175 εκατ., επιπλέον €340 εκατ. που δεν αναμένεται να αποπληρωθούν από την κρατική στήριξη του 2018 και περίπου €200 εκατ. που αφορούν στην εκτιμώμενη οικονομική επιβάρυνση από τη χαμηλότοκη χρηματοδότηση. Η Ελεγκτική Υπηρεσία διευκρινίζει ότι το τελικό κόστος θα εξαρτηθεί από την πορεία των ανακτήσεων έως το 2030, οπότε προβλέπεται να παραμένει χαρτοφυλάκιο ονομαστικής αξίας €2,4 δισ., χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το σύνολο του ποσού θα μπορεί να ανακτηθεί.
Πού κατέληξαν τα €3 δισ. των εισπράξεων
Από την έναρξη λειτουργίας της ΚΕΔΙΠΕΣ, τον Σεπτέμβριο του 2018, μέχρι τις 31 Μαρτίου 2026, οι συνολικές ταμειακές εισροές ανήλθαν σε €3,009 δισ. Από αυτές, μόλις το 56%, δηλαδή €1,68 δισ., κατέληξε στα κρατικά ταμεία ως αποπληρωμή της στήριξης που παραχωρήθηκε στον Συνεργατισμό. Οι συνολικές αποπληρωμές της κρατικής στήριξης ανήλθαν σε €1,765 δισ., εάν συνυπολογιστούν οι δαπάνες για το Σχέδιο «Ενοίκιο Έναντι Δόσης» και άλλες μορφές αποπληρωμής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το κόστος λειτουργίας και διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων, το οποίο ανήλθε σε €826,8 εκατ. και αντιστοιχεί στο 28% των συνολικών εισροών. Από το ποσό αυτό, €259,2 εκατ. αφορούσαν αμοιβές της Altamira Cyprus, €162,5 εκατ. δαπάνες προσωπικού και σχεδίων εθελούσιας αποχώρησης της ΚΕΔΙΠΕΣ, ενώ €152,1 εκατ. αφορούσαν καταβολές προς το κράτος υπό μορφή ΦΠΑ και δαπανών διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.
Οι συμφωνίες και τα κενά εποπτείας
Σημαντικό μέρος της Έκθεσης επικεντρώνεται στη συνεργασία με την Altamira Cyprus, η οποία σήμερα λειτουργεί με την επωνυμία doValue Cyprus. Η Ελεγκτική Υπηρεσία υπενθυμίζει ότι η αρχική συμφωνία του 2017 συνήφθη χωρίς ανοικτή διαδικασία προσφοροδότησης, ενώ εκτιμά ότι οι οικονομικοί της όροι δεν ήταν συμβατοί με τους όρους της αγοράς. Αντίθετα, η νέα συμφωνία, που υπογράφηκε το 2022 με αναδρομική ισχύ από τον Ιανουάριο του 2020, βελτίωσε σημαντικά τους οικονομικούς όρους. Η αναμενόμενη εξοικονόμηση υπολογίστηκε σε €77,6 εκατ., ή 24%, χωρίς ωστόσο να θεωρείται εξασφαλισμένη, καθώς σημαντικό μέρος της εξαρτάται από την πραγματοποίηση συγκεκριμένων συναλλαγών πώλησης χαρτοφυλακίων.
Παράλληλα, διαπιστώθηκαν σοβαρές ελλείψεις στην παρακολούθηση της απόδοσης του εξυπηρετητή. Συγκεκριμένα, από τους 26 μη χρηματοοικονομικούς δείκτες της αρχικής συμφωνίας, οι 21 είτε δεν εφαρμόστηκαν είτε δεν μπορούσαν να παρακολουθηθούν αποτελεσματικά. Ως αποτέλεσμα, για διάστημα πέραν των τεσσεράμισι ετών, από τον Ιανουάριο του 2018 μέχρι τον Οκτώβριο του 2022, δεν υπήρχε επαρκές πλαίσιο ελέγχου. Η Ελεγκτική Υπηρεσία αναγνωρίζει, πάντως, ότι το σύστημα παρακολούθησης έχει βελτιωθεί μετά τη σύναψη της νέας συμφωνίας.
Απώλειες έως €12 εκατ. από τις συμμετοχές
Προβληματισμό προκαλούν και τα ευρήματα για την αποξένωση των συμμετοχών της πρώην Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας σε Συνεργατικές Εμπορικές Εταιρείες. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε το 2022, με καθυστέρηση σχεδόν τεσσάρων ετών, χωρίς να πραγματοποιηθεί ανεξάρτητη επικαιροποίηση των αποτιμήσεων του 2015. Με βάση τους υπολογισμούς της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, η εκτιμώμενη αρνητική οικονομική επίπτωση κυμαίνεται μεταξύ €9 εκατ. και €12 εκατ. Η εκτίμηση είναι υπό προϋποθέσεις, καθώς βασίζεται στην παραδοχή ότι οι αρχικές αποτιμήσεις, μετά τις διορθώσεις, εξακολουθούσαν να αντανακλούν την πραγματική αξία των συμμετοχών κατά τον χρόνο πώλησης. Οι συγκεκριμένες συναλλαγές αφορούσαν αποφάσεις της ΣΚΤ και της ΣΕΔΙΠΕΣ και όχι αποκλειστικά της ΚΕΔΙΠΕΣ.
Στο μικροσκόπιο τέθηκε επίσης η διάθεση ακινήτων. Η Ελεγκτική Υπηρεσία εκφράζει επιφυλάξεις για το γεγονός ότι η συντριπτική πλειονότητα των πωλήσεων δεν υπόκειται σε έγκριση της ΚΕΔΙΠΕΣ, καθώς το σχετικό όριο έχει καθοριστεί στα €5 εκατ. Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι κατά την περίοδο 2018–2023 καταβλήθηκαν €9 εκατ. σε προμήθειες κτηματομεσιτών, ενώ σε όλες τις περιπτώσεις που εξετάστηκαν εφαρμόστηκε το ανώτατο ποσοστό 5%. Επιπλέον, κατά την αξιολόγηση των προσφορών δεν συνυπολογίζονταν τα συναφή έξοδα πώλησης, με αποτέλεσμα η υψηλότερη προσφορά να μην αποτελεί κατ’ ανάγκην και την οικονομικά συμφερότερη επιλογή.
Προσλήψεις, προαγωγές και σχέδια αποχώρησης
Αδυναμίες καταγράφονται και στη διαχείριση του προσωπικού. Η Ελεγκτική Υπηρεσία εντόπισε περιπτώσεις προσλήψεων στις οποίες δεν τηρήθηκαν πλήρως οι προβλεπόμενες διαδικασίες ή οι επιλεγέντες υποψήφιοι δεν πληρούσαν όλα τα απαιτούμενα προσόντα. Από τις 48 εξωτερικές προσλήψεις της περιόδου Σεπτεμβρίου 2018–Δεκεμβρίου 2024, οι 15 κατέληξαν σε παραίτηση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, ενώ δύο συμβάσεις τερματίστηκαν κατά τη δοκιμαστική περίοδο. Παράλληλα, εντοπίστηκαν περιπτώσεις προαγωγών χωρίς ανάληψη αναβαθμισμένων καθηκόντων, ενώ στις 31 Δεκεμβρίου 2024 εννέα Υπηρεσίες και Τμήματα διέθεταν Διευθυντές ή Προϊσταμένους χωρίς υφισταμένους.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα τρία Σχέδια Εθελούσιας Αποχώρησης που εφαρμόστηκαν μεταξύ 2021 και 2023, με συνολικό κόστος €13,3 εκατ. Μέσω των σχεδίων αποχώρησαν 85 εργαζόμενοι, ωστόσο τα δύο πρώτα δεν πέτυχαν τους στόχους μείωσης προσωπικού που είχαν τεθεί, ενώ για το τρίτο δεν είχε καθοριστεί συγκεκριμένος αριθμητικός στόχος. Η Ελεγκτική Υπηρεσία επισημαίνει την ανάγκη επανεξέτασης των εργασιακών ωφελημάτων, δεδομένου ότι η ΚΕΔΙΠΕΣ δεν αποτελεί πλέον τραπεζικό ίδρυμα.
Η απάντηση της ΚΕΔΙΠΕΣ
Στην απαντητική επιστολή της, που περιλαμβάνεται στην Έκθεση, η ΚΕΔΙΠΕΣ αναφέρει ότι αντιμετωπίζει με σεβασμό τα ευρήματα και τις συστάσεις της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, επισημαίνοντας πως αρκετά από τα ζητήματα είχαν ήδη εντοπιστεί από εσωτερικούς ελέγχους και είχαν δρομολογηθεί διορθωτικές ενέργειες. Υπογραμμίζει επίσης ότι ορισμένες αποφάσεις ελήφθησαν πριν από τη δημιουργία της, ενώ οι συλλογικές συμβάσεις περιορίζουν τη δυνατότητα μονομερών αλλαγών σε εργασιακά ζητήματα. Σύμφωνα με τη διοίκησή της, η εταιρεία έχει επιστρέψει στο κράτος ποσό που ξεπερνά τα €2 δισ. και έχει εξοφλήσει επιπλέον υποχρεώσεις €355 εκατ. της πρώην ΣΚΤ, υποστηρίζοντας ότι έχει ήδη υπερκαλύψει την ανάκτηση που αναμενόταν κατά το 2018.
Από την πλευρά του, ο Γενικός Ελεγκτής, Ανδρέας Παπακωνσταντίνου, αναγνωρίζει στον προλογισμό της Έκθεσης ότι «Η διοίκηση της ΚΕΔΙΠΕΣ καταβάλλει προσπάθειες για την ανάκτηση της κρατικής στήριξης», επισημαίνοντας παράλληλα τους περιορισμούς που κληρονόμησε η εταιρεία από προηγούμενες συμφωνίες και εργασιακές δεσμεύσεις. Το κρίσιμο ζήτημα για τα επόμενα χρόνια παραμένει η δυνατότητα μεγιστοποίησης των ανακτήσεων μέχρι το 2030 και η αξιοποίηση του χαρτοφυλακίου που θα εξακολουθεί να βρίσκεται υπό διαχείριση μετά την ημερομηνία αυτή.
Δείτε την έκθεση εδω



