Σοβαρές ευθύνες στις κρατικές υπηρεσίες για τη διαχρονική αδυναμία δημιουργίας αξιόπιστου μητρώου αιχμαλώτων πολέμου καταλόγισε ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Προσφύγων, Εγκλωβισμένων, Αγνοουμένων και Παθόντων, Νίκος Κέττηρος. Μιλώντας στην εκπομπή Alpha Ενημέρωση, με αφορμή τη νέα έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, αναφέρθηκε τόσο στις παραλείψεις που καταγράφονται στην καταβολή τιμητικών ωφελημάτων όσο και στις ευρύτερες υποχρεώσεις της Πολιτείας απέναντι στα θύματα του 1974 και τις οικογένειές τους.
Παρουσιάζοντας τα ευρήματα της έκθεσης, η εκπρόσωπος Τύπου της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, Γιώτα Μιχαήλ, ανέφερε ότι κατά το 2025 συνολικά 852 πρόσωπα έλαβαν τουλάχιστον ένα από τα ωφελήματα που εξετάστηκαν για αιχμαλώτους πολέμου. Ο έλεγχος ανέδειξε οκτώ περιπτώσεις στις οποίες η καταβολή ωφελημάτων δεν τεκμηριώνεται επαρκώς, ενώ εντοπίστηκαν σοβαρές ελλείψεις στα στρατολογικά μητρώα. Διευκρίνισε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις πρόσωπα που δεν περιλαμβάνονταν στα σχετικά αρχεία αποδείχθηκε ότι είχαν πράγματι διατελέσει αιχμάλωτοι, γεγονός που καταδεικνύει την αναξιοπιστία των καταχωρίσεων. «Το πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο και πλήρως εναρμονισμένο κανονιστικό πλαίσιο», σημείωσε, υπογραμμίζοντας την ανάγκη πλήρους επανελέγχου των δικαιούχων.
Διαβάστε ακόμα: Οκτώ περιπτώσεις με «γκρίζα» σημεία στα επιδόματα αιχμαλώτων πολέμου, στο μικροσκόπιο 852 δικαιούχοι
Από την πλευρά του, ο Νίκος Κέττηρος χαρακτήρισε απαράδεκτο το γεγονός ότι, παρά τις επανειλημμένες συζητήσεις ενώπιον της Επιτροπής Προσφύγων, δεν υπάρχει μέχρι σήμερα ένα πλήρες και αξιόπιστο μητρώο. Όπως εξήγησε, τα στοιχεία που τηρούν ο Ερυθρός Σταυρός, η Εθνική Φρουρά και οι αρμόδιες υπηρεσίες καταβολής επιδομάτων δεν είχαν διασταυρωθεί μεταξύ τους, παρά τις καταγγελίες που είχαν τεθεί ενώπιον της Βουλής. «Επομένως, όλα αυτά τα 52 χρόνια οι υπηρεσίες δεν έκαναν δουλειά την οποία έπρεπε να κάνουν», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει την παρέμβαση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, καθώς η ίδια δεν είχε τη δυνατότητα πρόσβασης στα σχετικά αρχεία.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε ο Πρόεδρος της Επιτροπής στην ανθρώπινη διάσταση του ζητήματος, αναφερόμενος στους ανθρώπους που κρατήθηκαν σε φυλακές στην Τουρκία και υπέστησαν βασανιστήρια και εξευτελισμούς κατά την τουρκική εισβολή του 1974. Τόνισε ότι τα αιτήματα των αιχμαλώτων, των παθόντων και των οικογενειών των αγνοουμένων δεν περιορίζονται σε οικονομικές διεκδικήσεις, αλλά αφορούν κυρίως την αξιοπρεπή αντιμετώπιση και τη φροντίδα τους. «Δεν είναι οικονομικά τα αιτήματα», υπογράμμισε, εξηγώντας ότι πολλοί από τους ανθρώπους αυτούς, λόγω της ηλικίας και των τραυμάτων που κουβαλούν, χρειάζονται πλέον κατ’ οίκον ή ιδρυματική φροντίδα, χωρίς το κράτος να έχει ανταποκριθεί στον βαθμό που θα έπρεπε.
Ο Νίκος Κέττηρος αναφέρθηκε επίσης στις συζύγους αγνοουμένων και πεσόντων, οι οποίες αναγκάστηκαν να μεγαλώσουν μόνες τους τα παιδιά τους, εργαζόμενες ακόμη και σε δύο ή τρεις δουλειές, καθώς και στα παιδιά που μεγάλωσαν χωρίς τους πατέρες τους. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα θύματα σεξουαλικής βίας κατά την εισβολή, επισημαίνοντας ότι αρκετοί άνθρωποι εξακολουθούν να κουβαλούν βαθιά ψυχικά τραύματα και το κοινωνικό στίγμα εκείνης της περιόδου. Υποστήριξε ότι η Πολιτεία οφείλει να αναγνωρίσει τις διαχρονικές παραλείψεις της και να αναλάβει την ευθύνη που της αναλογεί. «Έστω αυτή τη στιγμή που έχουμε καθυστερήσει, αν χρειάζεται να απολογηθούμε εκ μέρους της Πολιτείας, θα πρέπει να το κάνουμε. Όχι αν χρειάζεται, χρειάζεται και πρέπει να απολογηθούμε», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Σε ό,τι αφορά τα επόμενα βήματα, ο Πρόεδρος της Επιτροπής ανακοίνωσε ότι την ερχόμενη Τρίτη, 3 Νοεμβρίου, θα πραγματοποιηθεί συνεδρία με τη συμμετοχή όλων των αρμόδιων υπηρεσιών, προκειμένου να εξεταστούν τα ευρήματα και να καθοριστεί χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των συστάσεων της Ελεγκτικής Υπηρεσίας. Από την πλευρά της, η Γιώτα Μιχαήλ ανέφερε ότι το Υπουργείο Άμυνας έχει ενημερώσει για διορθώσεις στο Μητρώο Αιχμαλώτων και για περαιτέρω επανέλεγχο των δικαιούχων, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η Ελεγκτική Υπηρεσία δεν έχει ακόμη επιβεβαιώσει την ολοκλήρωση των απαιτούμενων διορθωτικών ενεργειών.



