Σοβαρούς προβληματισμούς για το κόστος και την οικονομική βιωσιμότητα του Great Sea Interconnector (GSI) εξέφρασε ο καθηγητής Γεωμηχανικής Ενέργειας του Πανεπιστημίου Κύπρου, Πάνος Παπαναστασίου. Μιλώντας στην εκπομπή «Alpha Ενημέρωση», προειδοποίησε για σημαντικές επιβαρύνσεις στους Κύπριους καταναλωτές, τονίζοντας την ανάγκη επανεξέτασης των οικονομικών δεδομένων του έργου.
Αναφερόμενος στις βυθομετρήσεις που προγραμματίζονται στο πλαίσιο του GSI, εξήγησε ότι είναι απαραίτητες για την αποτύπωση της μορφολογίας του βυθού και την επιλογή της καταλληλότερης διαδρομής του καλωδίου. Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι η έναρξη των μετρήσεων δεν συνεπάγεται αυτόματα και με την απρόσκοπτη υλοποίηση του έργου, καθώς παραμένουν σοβαρά γεωπολιτικά και τεχνικά ζητήματα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην επικαιροποιημένη μελέτη που αναμένεται μέχρι το τέλος του έτους, υποστηρίζοντας ότι το βασικό ζητούμενο δεν είναι η ενδεχόμενη μετοχική συμμετοχή της Κύπρου, αλλά το τελικό κόστος που θα κληθούν να επωμιστούν οι καταναλωτές.
Όπως ανέφερε, υπάρχουν εκτιμήσεις που ανεβάζουν πλέον το συνολικό κόστος του έργου στα €4 δισ., ενώ, σύμφωνα με δικούς του υπολογισμούς, η ετήσια επιβάρυνση για την Κύπρο θα μπορούσε να φτάσει τα €350 εκατ., λαμβάνοντας υπόψη και το κόστος χρηματοδότησης με επιτόκιο 8,3%. «Έχω κάνει τους υπολογισμούς, που δεν είναι πολύ έξω, και βγαίνει ότι το κόστος που θα καλείται να πληρώσει η Κύπρος θα είναι γύρω στα 350 εκατομμύρια τον χρόνο», σημείωσε, εκτιμώντας παράλληλα ότι η ετήσια οικονομική απόδοση του έργου δεν θα ξεπερνά τα €150 εκατ.
Ο καθηγητής επισήμανε ότι ο επιμερισμός του κόστους μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας, σε ποσοστό 63% και 37% αντίστοιχα, παραμένει αμετάβλητος, ανεξάρτητα από ενδεχόμενες αυξήσεις. Υποστήριξε ότι, εφόσον αποδειχθεί πως το έργο δεν είναι οικονομικά επωφελές για την Κύπρο, θα πρέπει να επανεξεταστεί η συμφωνία, λαμβάνοντας υπόψη τα μεγέθη των δύο οικονομιών. Παράλληλα, έθεσε ζήτημα πρόσθετης ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, εφόσον η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να θεωρεί το έργο στρατηγικής σημασίας. «Τι θέλετε δηλαδή, να χρεοκοπήσετε τη χώρα γιατί επιμένετε εσείς ότι είναι στρατηγικής σημασίας το έργο για την Ευρώπη; Αν είναι έτσι, ας το χρηματοδοτήσουν», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σε ό,τι αφορά την ενεργειακή ασφάλεια, αμφισβήτησε ότι η ηλεκτρική διασύνδεση μπορεί από μόνη της να εξασφαλίσει φθηνότερο ηλεκτρικό ρεύμα ή να επιλύσει οριστικά το πρόβλημα της ενεργειακής απομόνωσης. «Αν θα βγει από την ενεργειακή απομόνωση, δεν μπορείς να βασιστείς πάνω σε ένα καλώδιο», ανέφερε, εξηγώντας ότι ενδεχόμενες βλάβες ή υποθαλάσσιες κατολισθήσεις καθιστούν απαραίτητη την ύπαρξη εφεδρικών λύσεων.
Ως προς τις εναλλακτικές επιλογές, ο κ. Παπαναστασίου υπογράμμισε την ανάγκη ολοκλήρωσης των ενεργειακών υποδομών στο Βασιλικό και εισαγωγής φυσικού αερίου, ενώ εισηγήθηκε να εξεταστεί η δυνατότητα αξιοποίησης του κυπριακού φυσικού αερίου και για τις εγχώριες ανάγκες μέσω κατάλληλων συμβατικών ρυθμίσεων.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας, ώστε να αξιοποιούνται αποτελεσματικότερα οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. «Οι τιμές στις μπαταρίες έχουν πέσει τόσο χαμηλά που πρέπει να δημιουργηθούν μεγαλύτερα συστήματα αποθήκευσης με μπαταρίες», ανέφερε, εκτιμώντας ότι η συγκεκριμένη επιλογή θα έπρεπε να είχε προωθηθεί εξαρχής, αντί να δοθεί προτεραιότητα στην ηλεκτρική διασύνδεση.



