Με το βλέμμα στραμμένο στις κάλπες του Ισραήλ βρίσκονται οι διεθνείς αγορές, καθώς οι εκλογές της Τρίτης (27/10) πραγματοποιούνται σε περίοδο αυξημένων δημοσιονομικών πιέσεων και περιφερειακής αβεβαιότητας.
Το αποτέλεσμα θα καθορίσει το πλαίσιο οικονομικής πολιτικής της επόμενης κυβέρνησης, ενώ για την Κύπρο το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στον τουρισμό, τις επενδύσεις, την αγορά ακινήτων και την ενέργεια, τομείς στους οποίους οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν ενισχυθεί. Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι μόνο η σύνθεση της νέας κυβέρνησης, αλλά και η διάρκεια της μετεκλογικής αβεβαιότητας και οι επιλογές της στην εξωτερική πολιτική.
Διαβάστε ακόμα: Πάνω από 7 εκατομμύρια Ισραηλινοί σήμερα στις κάλπες: Ημέρα κρίσης για τον Νετανιάχου
Σύμφωνα με το Reuters, η ισραηλινή οικονομία έχει επιδείξει ανθεκτικότητα παρά τις πολεμικές συγκρούσεις, το κόστος των οποίων υπερβαίνει τα 55 δισ. δολάρια. Από τον Οκτώβριο του 2023, το χρηματιστήριο του Τελ Αβίβ έχει ενισχυθεί περίπου 130%, ενώ το σέκελ έχει ανατιμηθεί κατά 25%. Πίσω από την πορεία αυτή βρίσκονται, μεταξύ άλλων, ο τεχνολογικός τομέας και οι αμυντικές δραστηριότητες. Ωστόσο, η αβεβαιότητα παραμένει: η Κεντρική Τράπεζα προβλέπει ανάπτυξη 5,6% και δημοσιονομικό έλλειμμα 4,4% του ΑΕΠ για το 2026, ενώ επισημαίνει ότι οι εκτιμήσεις της δεν περιλαμβάνουν μελλοντικά δημοσιονομικά μέτρα της κυβέρνησης που θα σχηματιστεί μετά τις εκλογές. Χωρίς την παραγωγή στο εξωτερικό, η προβλεπόμενη ανάπτυξη περιορίζεται στο 3,4%.
Οι αγορές παρακολουθούν όχι μόνο τις προγραμματικές θέσεις των κομμάτων, αλλά και την πιθανότητα δύσκολων διαπραγματεύσεων για σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού. Μια παρατεταμένη πολιτική εκκρεμότητα θα μπορούσε να καθυστερήσει αποφάσεις για τον προϋπολογισμό και τις αμυντικές δαπάνες, αυξάνοντας την αβεβαιότητα για επιχειρήσεις και επενδυτές. Αντίθετα, μεγαλύτερη κυβερνητική σταθερότητα θα μπορούσε να βελτιώσει την προβλεψιμότητα, χωρίς να εξαλείψει τους γεωπολιτικούς κινδύνους. Οι εξελίξεις αυτές αποκτούν περιφερειακή σημασία επειδή το Ισραήλ συνδέεται με γειτονικές οικονομίες μέσω εμπορίου, ενέργειας, μεταφορών και επενδυτικών δραστηριοτήτων.
Στην Κύπρο, η πιο άμεση σύνδεση εντοπίζεται στον τουρισμό. Τον Σεπτέμβριο του 2026 οι αφίξεις από το Ισραήλ έφτασαν τις 105.249, σημειώνοντας αύξηση 31,4% σε ετήσια βάση και αντιπροσωπεύοντας το 18,1% του συνόλου. Την ίδια περίοδο, οι συνολικές αφίξεις αυξήθηκαν μόλις 1,8%, ενώ στο εννεάμηνο υποχώρησαν κατά 5,6%. Η ισραηλινή αγορά συνέβαλε, συνεπώς, ουσιαστικά στη βελτίωση των αριθμών του Σεπτεμβρίου. Η σημασία της φάνηκε και από τη διατήρηση της αεροπορικής συνδεσιμότητας, η οποία παραμένει ευάλωτη σε στρατιωτικές εντάσεις ή περιορισμούς πτήσεων.
Όπως καταγράψαμε και σε πρόσφατη ανάλυση στον Alpha της Κυριακής για τον τουρισμό, η αύξηση των αφίξεων δεν σημαίνει απαραίτητα ανάλογη αύξηση εισοδημάτων. Η διάρκεια παραμονής, ο σκοπός της επίσκεψης και οι πραγματικές δαπάνες καθορίζουν το οικονομικό αποτύπωμα κάθε αγοράς. Στο πρώτο επτάμηνο του 2026, μάλιστα, τα συνολικά τουριστικά έσοδα υποχώρησαν περίπου 7% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Επομένως, η εξέλιξη της ισραηλινής ζήτησης χρειάζεται να εξετάζεται όχι μόνο ως αριθμός ταξιδιωτών, αλλά και ως προς τις διανυκτερεύσεις και την κατανάλωση που δημιουργεί στην κυπριακή οικονομία.
Αντίστοιχα, στην αγορά ακινήτων η ισραηλινή παρουσία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα ξένων αγορών. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του AlphaNews, στο εννεάμηνο του 2026 καταγράφηκαν 6.267 ακίνητα με κατατεθειμένα πωλητήρια από μη Κύπριους αγοραστές, ενώ οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 8,5% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο. Τα στοιχεία αφορούν όλες τις εθνικότητες και δεν αποδεικνύουν ότι η ισραηλινή ζήτηση ευθύνεται για την άνοδο των τιμών. Δείχνουν, ωστόσο, την αυξανόμενη βαρύτητα των ξένων αγοραστών και τη σημασία που μπορεί να έχουν ενδεχόμενες μεταβολές στις επενδυτικές τους αποφάσεις, ιδιαίτερα σε Λάρνακα, Λεμεσό και Πάφο.
Η σύνδεση δεν περιορίζεται στις κατοικίες. Σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, το απόθεμα άμεσων επενδύσεων προερχόμενων από το Ισραήλ ανήλθε το 2024 σε περίπου 5,1 δισ. ευρώ. Πρόκειται για συσσωρευμένη επενδυτική θέση, όχι για κεφάλαια που εισέρρευσαν μέσα σε μία χρονιά, ούτε αποκλειστικά για αγορές ακινήτων. Το στοιχείο αναδεικνύει το εύρος των επιχειρηματικών δεσμών, αλλά δεν επιτρέπει από μόνο του να προβλεφθεί πώς θα συμπεριφερθούν οι επενδυτές ανάλογα με το εκλογικό αποτέλεσμα.
Στην ενέργεια, η σημαντικότερη διμερής εκκρεμότητα αφορά τη συμφωνία για το κοινό κοίτασμα «Αφροδίτη – Ισάι». Τεχνικές διαβουλεύσεις πραγματοποιήθηκαν και τον Οκτώβριο, με στόχο να διευθετηθεί το ζήτημα της διασυνοριακής επέκτασης του κοιτάσματος, ώστε να προχωρήσουν τα επόμενα στάδια ανάπτυξης της «Αφροδίτης» και τα σχέδια εξαγωγής φυσικού αερίου προς την Αίγυπτο. Παράλληλα, στο προσκήνιο παραμένει ο Great Sea Interconnector, αν και η υλοποίηση του τμήματος Κρήτης–Κύπρου έχει μετατεθεί για το 2031. Πρόκειται για έργα με δικές τους οικονομικές και τεχνικές εκκρεμότητες, συνεπώς, δεν μπορεί να αποδοθεί η πορεία τους αποκλειστικά στις ισραηλινές εκλογές.
Πέρα από τις διμερείς σχέσεις, η οικονομική αλληλεξάρτηση της Ανατολικής Μεσογείου δημιουργεί ευρύτερους κινδύνους. Η Αίγυπτος και η Ιορδανία προμηθεύονται ισραηλινό φυσικό αέριο, ενώ οποιαδήποτε νέα περιφερειακή κλιμάκωση μπορεί να επηρεάσει τις ενεργειακές τιμές, τα ασφάλιστρα και τις θαλάσσιες μεταφορές. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην εαρινή της πρόβλεψη, εκτιμούσε πληθωρισμό 3,6% και ανάπτυξη 2,3% για την Κύπρο το 2026, συνδέοντας τους κινδύνους με τις συνέπειες της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Για την κυπριακή οικονομία, επομένως, το ερώτημα είναι κατά πόσο η επόμενη ημέρα στο Ισραήλ θα συνοδευτεί από μεγαλύτερη περιφερειακή σταθερότητα ή από νέα περίοδο αβεβαιότητας.



