Τρεις σημαντικές αλλαγές στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, που αφορούν τον χρόνο καταβολής των αυξήσεων, τη μεταβατική περίοδο και τις συντάξεις χηρείας και ανικανότητας, παρουσίασε ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Μαρίνος Μουσιούττας. Μιλώντας στην εκπομπή Alpha Ενημέρωση, ξεκαθάρισε ότι στόχος παραμένει η εφαρμογή της μεταρρύθμισης από την 1η Ιανουαρίου 2027, υπό την προϋπόθεση ότι θα εγκριθεί από τη Βουλή εντός του 2026. Όπως ανέφερε, επιδίωξη είναι το νομοσχέδιο να κατατεθεί το συντομότερο στο Υπουργικό Συμβούλιο και ακολούθως στη Βουλή, ώστε να υπάρχει χρόνος για ψήφισή του πριν από τις διακοπές των Χριστουγέννων.
Η πρώτη αλλαγή αφορά την ταχύτερη απόδοση των αυξήσεων στις συντάξεις, καθώς η αρχική περίοδος των πέντε ετών περιορίζεται στα τρία χρόνια. Συγκεκριμένα, οι συνταξιούχοι θα λαμβάνουν το 30% της προβλεπόμενης αύξησης κατά το πρώτο έτος, επιπλέον 30% κατά το δεύτερο και το υπόλοιπο 40% κατά το τρίτο έτος, οπότε θα ολοκληρώνεται η καταβολή της αύξησης. Παράλληλα, η μεταβατική περίοδος επεκτείνεται από τα πέντε στα δεκαπέντε χρόνια, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι συνταξιούχοι δεν θα βρεθούν σε δυσμενέστερη θέση εξαιτίας του νέου συστήματος.
Εξηγώντας τη δεύτερη αλλαγή, ο Υπουργός ανέφερε ότι κατά τη μεταβατική περίοδο θα συγκρίνονται τα ποσά που προκύπτουν από το υφιστάμενο και το νέο σύστημα, με τον δικαιούχο να λαμβάνει το ευνοϊκότερο. «Και στις δύο περιπτώσεις, ο συνταξιούχος θα πάρει το πιο ψηλό από τα δύο, οπότε φεύγει το πρόβλημα που υπήρχε», σημείωσε. Μετά τη λήξη της μεταβατικής περιόδου θα εφαρμόζεται συντελεστής 1,35 αντί 1,34, με τον κ. Μουσιούττα να υποστηρίζει ότι με τις συγκεκριμένες αλλαγές δεν θα προκύπτουν χαμηλότερα ποσά σε σχέση με το προηγούμενο σύστημα.
Η τρίτη αλλαγή αφορά τη βελτίωση πρόσθετων προϋποθέσεων που σχετίζονται με τη χορήγηση συντάξεων χηρείας και ανικανότητας.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο ζήτημα των εισφορών Κοινωνικών Ασφαλίσεων επί των μερισμάτων, για το οποίο ο Υπουργός διευκρίνισε ότι οι συζητήσεις συνεχίζονται και δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση. Σύμφωνα με τη νέα εισήγηση που παρουσιάστηκε στο Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα, προτείνεται η επιβολή εισφορών σε εισοδήματα από μισθούς και μερίσματα μέχρι το όριο των δύο ασφαλιστικών μονάδων, που αντιστοιχεί περίπου σε €22.000 ετησίως.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και στην περίπτωση προσώπου με ετήσιο μισθό €10.000 και μερίσματα €90.000, η προτεινόμενη ασφαλιστική υποχρέωση θα περιορίζεται στα πρώτα €22.000 του συνολικού εισοδήματος. Στόχος, σύμφωνα με τον Υπουργό, είναι να αντιμετωπιστούν περιπτώσεις προσώπων που εμφανίζουν χαμηλό μισθό και υψηλά μερίσματα, αποκτώντας δικαιώματα στο συνταξιοδοτικό σύστημα στη βάση περιορισμένων εισφορών.
Σε ό,τι αφορά την αναλογιστική μείωση του 12% για όσους επιλέγουν να συνταξιοδοτηθούν στα 63 τους χρόνια, ο Μαρίνος Μουσιούττας ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει πρόθεση πλήρους κατάργησής της.
«Το να καταργήσεις το 12% αυτόματα σημαίνει ότι μειώνεις το όριο αφυπηρέτησης. Δεν υπάρχει πρόθεση για μείωση του ορίου αφυπηρέτησης», ανέφερε χαρακτηριστικά. Εξήγησε ότι η προβλεπόμενη ελάφρυνση της αναλογιστικής μείωσης κατά 4,5 ποσοστιαίες μονάδες αφορά την πρώτη πενταετία εφαρμογής της μεταρρύθμισης, ενώ στη συνέχεια θα εξακολουθήσει να ισχύει η λογική της μείωσης για πρόωρη αφυπηρέτηση και της επιβράβευσης όσων επιλέγουν να παραμείνουν στην εργασία τους μετά το 65ο έτος.
Ο Υπουργός υπογράμμισε, τέλος, ότι ο διάλογος με τους κοινωνικούς εταίρους παραμένει ανοιχτός, με τις εισηγήσεις να εξετάζονται μία προς μία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αλλοιώνεται η φιλοσοφία της μεταρρύθμισης ούτε τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Επανέλαβε την αποφασιστικότητα της Κυβέρνησης να προωθήσει το νομοσχέδιο, επισημαίνοντας ότι στόχος είναι η διαμόρφωση ενός καλύτερου συνταξιοδοτικού συστήματος για τους πολίτες.



