Θετικά, αλλά με σημαντικές επιφυλάξεις, αντιμετωπίζουν τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση οι κοινωνικοί εταίροι, αναγνωρίζοντας τις βελτιώσεις στις οποίες προχώρησε η κυβέρνηση, αλλά επισημαίνοντας ότι παραμένουν ανοιχτά ζητήματα. Μιλώντας στην εκπομπή «Alpha Καλημέρα», ο Αναπληρωτής Γενικός Γραμματέας της ΠΕΟ, Χρίστος Τομπάζος, και ο Γενικός Διευθυντής του ΚΕΒΕ, Φιλόκυπρος Ρουσουνίδης, αναφέρθηκαν στις εκκρεμότητες, τη χρηματοδότηση και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του συστήματος.
Ο Χρίστος Τομπάζος αναγνώρισε ότι η κυβέρνηση προχώρησε σε τρεις βελτιωτικές ρυθμίσεις, χωρίς ωστόσο αυτές να ικανοποιούν πλήρως τις συντεχνίες. Πρόκειται για τη μείωση της μεταβατικής περιόδου καταβολής των αυξήσεων από πέντε σε τρία χρόνια, την επέκταση της μεταβατικής περιόδου στα 15 χρόνια ώστε να αποτραπούν μειώσεις συντάξεων, καθώς και τις αλλαγές στις προϋποθέσεις για τις συντάξεις χηρείας και ανικανότητας. «Ούτε αυτό μας ικανοποιεί. Αλλά συνειδητοποιούμε ότι είναι μια πρόοδος. Είναι μια μετακίνηση», ανέφερε χαρακτηριστικά για την καταβολή των αυξήσεων σε τριετή ορίζοντα.
Παράλληλα, ο Αναπληρωτής ΓΓ της ΠΕΟ εξέφρασε ανησυχία για τον τρόπο υπολογισμού των πιστώσεων που αφορούν περιόδους σπουδών και φροντίδας παιδιών, υποστηρίζοντας ότι δεν θα συνυπολογίζονται πλέον για τη θεμελίωση συγκεκριμένων συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων. Έθεσε επίσης το ζήτημα των χαμηλοσυνταξιούχων, εκτιμώντας ότι με τις υφιστάμενες προτάσεις χιλιάδες θα εξακολουθήσουν να βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας. Στις εκκρεμότητες συμπεριέλαβε τη μείωση του πέναλτι 12% και τη σύνταξη χηρείας για άνδρες των οποίων η σύζυγος απεβίωσε πριν από το 2008. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην οικονομική διάσταση της μεταρρύθμισης, αμφισβητώντας τις αισιόδοξες προβλέψεις για τις επενδυτικές αποδόσεις και ζητώντας σαφή εικόνα για το ποιος θα επωμιστεί το κόστος.
Από την πλευρά του, ο Φιλόκυπρος Ρουσουνίδης χαρακτήρισε σημαντική την προώθηση της μεταρρύθμισης, σημειώνοντας ότι «πρέπει να πιστώσουμε την κυβέρνηση που μετά από 46 και πλέον χρόνια προωθεί μια τέτοια μεταρρύθμιση, μια εμβληματική, αν θέλετε, μεταρρύθμιση, η οποία επηρεάζει το σύνολο των πολιτών». Εξήγησε ότι το ΚΕΒΕ προσήλθε στον διάλογο με τρεις βασικές προϋποθέσεις: να μην αυξηθούν οι εισφορές, να μην αυξηθεί το όριο συνταξιοδότησης και να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του Ταμείου. Αναφερόμενος στις αρχικές προτάσεις, εξέφρασε προβληματισμό για το ενδεχόμενο μείωσης της συμπληρωματικής σύνταξης, τονίζοντας ότι «κάποιος που εισφέρει τώρα αυξημένες εισφορές είναι για να απολαύσει μια αυξημένη σύνταξη. Αυτό είναι ένα θεμελιωμένο δικαίωμα».
Σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, ο ΓΔ του ΚΕΒΕ αναφέρθηκε στις εισφορές, στις νέες κατηγορίες εισφορέων και στην επενδυτική πολιτική που θα ακολουθηθεί. Επισήμανε την ανάγκη η διαχείριση του Ταμείου να ανατεθεί σε καταρτισμένους τεχνοκράτες με διεθνή εμπειρία, εκφράζοντας παράλληλα επιφυλάξεις για τις εκτιμώμενες επενδυτικές αποδόσεις.
Από την πλευρά του, ο Χρίστος Τομπάζος υποστήριξε ότι, με βάση την αρχική κοστολόγηση, η μεταρρύθμιση φαίνεται να στηρίζεται κυρίως στην ανακατανομή πόρων εντός του ίδιου του Ταμείου, ενώ εξέφρασε προβληματισμό για το οικονομικό βάρος που αναλαμβάνει το κράτος.
Τέλος, αναφερόμενος στον δεύτερο πυλώνα της μεταρρύθμισης, ο Φιλόκυπρος Ρουσουνίδης ξεκαθάρισε ότι η θέση του ΚΕΒΕ είναι τα Ταμεία Προνοίας να παραμείνουν σε εθελοντική βάση, με παράλληλη παροχή κινήτρων για διεύρυνση του θεσμού. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι το Επιμελητήριο είναι διατεθειμένο να συζητήσει εναλλακτικές προτάσεις, εφόσον δεν επηρεάζεται η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Και οι δύο εκπρόσωποι συμφώνησαν στην ανάγκη ολοκλήρωσης του κοινωνικού διαλόγου, με τον κ. Ρουσουνίδη να χαρακτηρίζει τα χρονικά περιθώρια ασφυκτικά και να υπογραμμίζει τη σημασία επίτευξης των μεγαλύτερων δυνατών συγκλίσεων πριν από την κατάθεση του νομοσχεδίου στη Βουλή.



