Γράφει η Ντίνα Χασάπη
- Auditor | Economic Analyst
Η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις βασικές προκλήσεις για την κυπριακή οικονομία, καθώς η πίεση στο κόστος διαβίωσης επηρεάζει άμεσα την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και, ταυτόχρονα, επιβαρύνει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων. Σε ένα περιβάλλον όπου οι αυξημένες δαπάνες για ενέργεια και βασικά αγαθά εξακολουθούν να απορροφούν σημαντικό μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος, η ανάγκη για στοχευμένες παρεμβάσεις παραμένει ουσιαστική.
Η νέα δέσμη των επτά μέτρων επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πρόσθετο δίχτυ προστασίας, περιορίζοντας μέρος της άμεσης οικονομικής επιβάρυνσης και κατευθύνοντας τη στήριξη σε τομείς και ομάδες που επηρεάζονται περισσότερο. Η σημασία των παρεμβάσεων, ωστόσο, δεν εξαντλείται στο ύψος της δημοσιονομικής δαπάνης ούτε στην προσωρινή ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.
Το ουσιαστικό ζητούμενο είναι κατά πόσο η βραχυπρόθεσμη ανακούφιση μπορεί να ενταχθεί σε μια ευρύτερη προσέγγιση, η οποία θα περιορίζει σταδιακά τις ίδιες τις πηγές του αυξημένου κόστους. Η πρόκληση δεν είναι μόνο να απορροφηθεί μέρος της πίεσης σήμερα, αλλά να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις ώστε τα νοικοκυριά, οι επιχειρήσεις και, συνολικά, η οικονομία να καταστούν λιγότερο ευάλωτα σε αντίστοιχες πιέσεις στο μέλλον.
Τα επτά μέτρα και η άμεση στήριξη της οικονομίας
Η νέα δέσμη παρεμβάσεων επιχειρεί να περιορίσει την άμεση επιβάρυνση από την ακρίβεια, συνδυάζοντας μέτρα για την ενέργεια και τα βασικά αγαθά με στοχευμένη εισοδηματική στήριξη. Το πρόσθετο δημοσιονομικό κόστος ανέρχεται σε €70 εκατ., ενώ, μαζί με τα μέτρα που βρίσκονται ήδη σε εφαρμογή, η συνολική στήριξη προσεγγίζει τα €160 εκατ.
Στον τομέα της ενέργειας, η επιδότηση του ηλεκτρικού ρεύματος για 23.300 ευάλωτα νοικοκυριά και περίπου 82.500 εμπορικούς καταναλωτές παρατείνεται για ολόκληρο το 2027. Παράλληλα, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης μειώνεται από 7,4 σε 2,1 σεντ ανά λίτρο για την περίοδο Νοεμβρίου 2026–Απριλίου 2027, ενώ ο συντελεστής ΦΠΑ για την αγορά και εγκατάσταση οικιακών φωτοβολταϊκών μειώνεται από 19% σε 9%.
Στα βασικά αγαθά, ο μηδενικός συντελεστής ΦΠΑ σε φρέσκα φρούτα και λαχανικά, παιδικό γάλα, πάνες και είδη γυναικείας υγιεινής παρατείνεται για ολόκληρο το 2027. Παράλληλα, η εφαρμογή μηδενικού ΦΠΑ σε συγκεκριμένες κατηγορίες κρεάτων, ψαριών και πουλερικών ανανεώνεται από την 1η Οκτωβρίου 2026, ενώ από τις 12 Οκτωβρίου 2026 το μέτρο επεκτείνεται σε ψωμί, γαλακτοκομικά προϊόντα, καφέ, ζάχαρη και βρεφικές τροφές. Οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις προβλέπεται να ισχύουν έως τις 31 Μαΐου 2027.
Τη δέσμη συμπληρώνουν η εφάπαξ καταβολή €200 σε 53.511 ευάλωτους δικαιούχους και η ενίσχυση του επιδόματος για κατοίκους ορεινών και απομακρυσμένων περιοχών, η οποία αφορά περίπου 10.500 νοικοκυριά και 24.000 δικαιούχους.
Το ενεργειακό κόστος στο επίκεντρο
Η ιδιαίτερη βαρύτητα που δίνεται στην ενέργεια δεν είναι τυχαία. Το κόστος ηλεκτρισμού και θέρμανσης επηρεάζει άμεσα τον οικογενειακό προϋπολογισμό, όμως η επίδρασή του εκτείνεται στο σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας. Για τις επιχειρήσεις, η ενέργεια αποτελεί βασικό παράγοντα διαμόρφωσης του λειτουργικού κόστους, μέρος του οποίου μπορεί σταδιακά να ενσωματωθεί στις τελικές τιμές αγαθών και υπηρεσιών, ενισχύοντας τις πιέσεις που αντιμετωπίζει ο καταναλωτής.
Υπό αυτή την έννοια, η επιδότηση του ηλεκτρικού ρεύματος και η μείωση της επιβάρυνσης στο πετρέλαιο θέρμανσης λειτουργούν ως άμεσα μέτρα απορρόφησης μέρους του κόστους. Αντίθετα, η μείωση του ΦΠΑ στα οικιακά φωτοβολταϊκά έχει περισσότερο διαρθρωτικό χαρακτήρα, καθώς μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό της ενεργειακής εξάρτησης των νοικοκυριών και στη μείωση του ενεργειακού τους κόστους σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα.
Η ουσιαστική πρόκληση, επομένως, είναι η μετάβαση από την επιδότηση της κατανάλωσης στη σταδιακή μείωση του ίδιου του ενεργειακού κόστους. Όσο οι ενεργειακές δαπάνες παραμένουν υψηλές, η ανάγκη για προσωρινές παρεμβάσεις στήριξης ενδέχεται να επανέρχεται. Η ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας και η προώθηση επενδύσεων που περιορίζουν το κόστος μπορούν να δημιουργήσουν ένα πιο μόνιμο οικονομικό αποτέλεσμα, ενισχύοντας τόσο την ανθεκτικότητα των νοικοκυριών όσο και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Από την προσωρινή ανακούφιση στη μόνιμη αποκλιμάκωση του κόστους
Τα μέτρα στήριξης μπορούν να περιορίσουν την άμεση οικονομική επιβάρυνση, δεν μπορούν όμως από μόνα τους να αντιμετωπίσουν τους παράγοντες που διατηρούν το κόστος σε υψηλά επίπεδα. Η προσωρινή μείωση μιας φορολογικής επιβάρυνσης ή η επιδότηση μέρους μιας δαπάνης ενισχύει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και δημιουργεί πρόσθετο περιθώριο για τις επιχειρήσεις, χωρίς απαραίτητα να μεταβάλλει τη δομή του κόστους στην οικονομία.
Η επόμενη πρόκληση είναι, επομένως, η σύνδεση των βραχυπρόθεσμων παρεμβάσεων με πολιτικές που ενισχύουν την παραγωγικότητα, τον ανταγωνισμό και τις επενδύσεις. Η μείωση του κόστους παραγωγής και λειτουργίας, η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων και η δημιουργία συνθηκών που ενισχύουν την παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας μπορούν σταδιακά να περιορίσουν την ανάγκη για επαναλαμβανόμενα μέτρα στήριξης.
Η πραγματική επιτυχία μιας πολιτικής κατά της ακρίβειας δεν βρίσκεται μόνο στο πόσο κόστος απορροφά σήμερα, αλλά και στο πόσο λιγότερο αναγκαία καθιστά την ίδια τη στήριξη αύριο. Αυτή ακριβώς η μετάβαση μπορεί να μετατρέψει μια προσωρινή δημοσιονομική παρέμβαση σε ένα πιο μόνιμο οικονομικό αποτέλεσμα.
Η στόχευση ως προϋπόθεση αποτελεσματικότητας
Σε ένα περιβάλλον όπου οι πιέσεις από την ακρίβεια δεν επηρεάζουν όλους στον ίδιο βαθμό, η αποτελεσματικότητα της δημοσιονομικής στήριξης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη στόχευσή της. Τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα διαθέτουν μικρότερο περιθώριο απορρόφησης των αυξήσεων σε βασικές δαπάνες, ενώ οι επιχειρήσεις με υψηλότερη ενεργειακή ένταση είναι περισσότερο εκτεθειμένες στις μεταβολές του κόστους. Η κατεύθυνση των διαθέσιμων πόρων εκεί όπου η επιβάρυνση είναι μεγαλύτερη μπορεί, επομένως, να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα κάθε δημοσιονομικής παρέμβασης.
Ταυτόχρονα, η στήριξη χρειάζεται να διατηρεί τον προσωρινό και στοχευμένο χαρακτήρα της, ώστε η αντιμετώπιση της ακρίβειας να μη μετατρέπεται σε μόνιμη εξάρτηση από οριζόντιες επιδοτήσεις. Η ύπαρξη δημοσιονομικού περιθωρίου προσφέρει τη δυνατότητα παρέμβασης όταν οι συνθήκες το απαιτούν. Η αποτελεσματική αξιοποίησή του, όμως, προϋποθέτει ότι οι διαθέσιμοι πόροι κατευθύνονται εκεί όπου μπορούν να δημιουργήσουν τη μεγαλύτερη οικονομική και κοινωνική επίδραση.
Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι μόνο πόσοι πόροι διατίθενται, αλλά πού κατευθύνονται και ποιο αποτέλεσμα δημιουργούν. Η ισορροπία μεταξύ κοινωνικής προστασίας, αποτελεσματικής στόχευσης και δημοσιονομικής υπευθυνότητας είναι καθοριστική για τη βιωσιμότητα της πολιτικής απέναντι στην ακρίβεια.
Πέρα από τα επτά μέτρα
Η νέα δέσμη παρεμβάσεων μπορεί να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία το αυξημένο κόστος εξακολουθεί να ασκεί σημαντικές πιέσεις. Η αποτελεσματικότητά της, ωστόσο, θα κριθεί από το πραγματικό αποτύπωμα των μέτρων και από το κατά πόσο η στήριξη θα φτάσει εκεί όπου η ανάγκη είναι μεγαλύτερη.
Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί ισορροπία ανάμεσα στην άμεση προστασία και στη μακροπρόθεσμη οικονομική προσαρμογή. Η επόμενη ημέρα προϋποθέτει πολιτικές που δεν περιορίζονται στην απορρόφηση των πιέσεων, αλλά ενισχύουν την ικανότητα της οικονομίας να τις αντιμετωπίζει αποτελεσματικότερα. Η μεγαλύτερη πρόκληση βρίσκεται, επομένως, στη διαμόρφωση μιας οικονομίας περισσότερο ανθεκτικής και παραγωγικής, ικανής να περιορίζει την έκθεσή της σε μελλοντικές πιέσεις και να μειώνει σταδιακά την ανάγκη για έκτακτες παρεμβάσεις.



