Γράφει ο Βάκης Χαραλάμπους
- Μέλος Κ.Ε. ΑΚΕΛ
- Οικονομολόγος
Η Κυβέρνηση επαναλαμβάνει ότι διέθεσε πέραν του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ για την ακρίβεια. Ο Πρόεδρος μιλά για χρήματα που «επενδύθηκαν», ο Υπουργός Οικονομικών για ποσά που «διατέθηκαν», ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος για μέτρα που «λήφθηκαν». Άλλο όμως εξαγγέλλω, άλλο αποφασίζω και άλλο πραγματικά δαπανώ. Και κυρίως, άλλο δαπανώ και άλλο ανακουφίζω ουσιαστικά την κοινωνία.
Τον Μάρτιο του 2025 η Κυβέρνηση ανέφερε ότι «αποφασίστηκαν» μέτρα άνω των €845 εκατομμυρίων. Σήμερα μιλά για ένα δισεκατομμύριο, χωρίς αναλυτικό απολογισμό: πόσα εκταμιεύθηκαν, πόσα αποτελούν εκτιμώμενες απώλειες φορολογικών εσόδων και πόσα αφορούν εξαγγελίες μέχρι το 2027;
Το ζήτημα δεν είναι απλώς λογιστικό, αλλά βαθιά πολιτικό. Στον ίδιο λογαριασμό αθροίζονται έκτακτες επιδοτήσεις, πάγιες κρατικές υποχρεώσεις, δαπάνες προϋπολογισμού και ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις. Έτσι δημιουργείται μια διογκωμένη εικόνα για εξυπηρέτηση του πολιτικού αφηγήματος της κυβέρνησης.
Για παράδειγμα, στο «Ανακαινίζω–Ενοικιάζω», με προϋπολογισμό €25 εκατομμυρίων, οι εγκεκριμένες χορηγίες έφταναν μόλις τα €1,2 εκατομμύρια τον Φεβρουάριο του 2026. Αντίστοιχα, τα €30 εκατομμύρια για τα «Φωτοβολταϊκά για Όλους» περιλαμβάνονταν σε ευρύτερο σχέδιο €90 εκατομμυρίων και δεν αποτελούν επιπρόσθετο ποσό. Ανάλογα παραδείγματα επαναλήψεων και αλληλοεπικαλύψεων υπάρχουν και σε άλλες περιπτώσεις.
Νομοθετημένες παροχές, προβλεπόμενες τιμαριθμικές αναπροσαρμογές και αυξήσεις επιδομάτων, όπως του τέκνου και των χαμηλοσυνταξιούχων, δεν μπορούν να βαφτίζονται συλλήβδην νέες αποφάσεις κατά της ακρίβειας. Η κοινωνική πρόνοια, η στήριξη των ατόμων με αναπηρία και της οικογένειας, η παιδεία, η φοιτητική μέριμνα και η στεγαστική πολιτική αποτελούν διαχρονικές υποχρεώσεις του κράτους. Ούτε η ΑΤΑ και οι μισθολογικές ρυθμίσεις είναι αυτομάτως έκτακτες κρατικές παρεμβάσεις. Το ίδιο ισχύει για προϋπάρχοντα ή συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα, όπως επιδοτήσεις διδάκτρων και σίτισης, ηλεκτροκίνηση και ενεργειακές αναβαθμίσεις.
Δεν μπορεί κάθε κοινωνική παροχή και κάθε κυβερνητικό πρόγραμμα να παρουσιάζονται ως μέτρα κατά της ακρίβειας. Η κοινωνική και η στεγαστική πολιτική αποτελούν υποχρεώσεις του κράτους, όχι κυβερνητική γενναιοδωρία, ιδιαίτερα όταν κονδύλια κοινωνικής πρόνοιας μειώνονται ως μερίδιο δαπανών, παραμένουν αναξιοποίητα και οι στεγαστικές ανάγκες μεγαλώνουν.
Ακόμη όμως κι αν αποδεχθούμε το σύνολο των εξαγγελιών, παραμένει αναπάντητο το σημαντικότερο ερώτημα: Πόσο αποτελεσματικά ήταν τελικά τα μέτρα;
Τον Σεπτέμβριο ο πληθωρισμός έφτασε το 5,2% στην Κύπρο, έναντι 3,8% στην Ευρωζώνη. Οι συσσωρευμένες ανατιμήσεις συνεχίζουν να πιέζουν τα οικογενειακά εισοδήματα. Περίπου 167.000 συμπολίτες μας βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, ενώ ένας στους τρεις ηλικιωμένους κινδυνεύει από τη φτώχεια.
Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά του λογαριασμού, την οποία η Κυβέρνηση αποφεύγει να αναδείξει. Δεν έχει σημασία μόνο πόσα ισχυρίζεται ότι έδωσε στην κοινωνία, αλλά και πόσα περισσότερα εισέπραξε από αυτήν.
Από το 2023 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2026, τα σωρευτικά πρόσθετα φορολογικά έσοδα, συγκριτικά με τα επίπεδα του 2022, ξεπερνούν τα €6 δισεκατομμύρια, εκ των οποίων περίπου €2 δισεκατομμύρια από ΦΠΑ. Η αύξηση μπορεί να μην οφείλεται αποκλειστικά στην ακρίβεια, ωστόσο η κυβέρνηση – τουλάχιστον σε επίπεδο εξαγγελιών – αποφάσισε σε βάθος πενταετίας να επιστρέψει σε επιδοτήσεις, ελαφρύνσεις και εφάπαξ στήριξη περίπου €550 εκατομμύρια.
Στην πραγματικότητα, η Κυβέρνηση έχει μπει στον χορό της προεκλογικής εκστρατείας, συγχέοντας τις υποχρεώσεις του κράτους με μέτρα κατά της ακρίβειας, τα οποία παραμένουν ανεπαρκή και καθυστερημένα.
Η επιτυχία μιας πολιτικής κατά της ακρίβειας δεν κρίνεται από το πόσο κόστισε στο κράτος, αλλά από το πόσο ελάφρυνε το κόστος ζωής των πολιτών. Και η πραγματικότητα απέχει από την εικόνα που η κυβέρνηση θέλει να δημιουργήσει με την επανάληψη ποσών που στοχεύουν να προκαλέσουν εντυπωσιασμό.



