Με νευρικότητα και αρχικές απώλειες αντέδρασαν οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές στην επικράτηση των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των Ηνωμένων Πολιτειών, οι οποίοι εξασφάλισαν, σύμφωνα με τις προβολές των αποτελεσμάτων, τον έλεγχο τόσο της Βουλής των Αντιπροσώπων όσο και της Γερουσίας. Το αποτέλεσμα συνιστά σημαντικό πολιτικό πλήγμα για τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, δημιουργώντας νέα δεδομένα για την οικονομική πολιτική των ΗΠΑ κατά τα τελευταία δύο χρόνια της θητείας του.
Σύμφωνα με το Reuters, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του αμερικανικού δείκτη S&P 500 κατέγραφαν απώλειες 0,35%, ενώ εκείνα του τεχνολογικού Nasdaq, που αρχικά υποχώρησαν πέραν του 2%, περιόρισαν την πτώση τους στο 0,5%. Ανάλογη εικόνα παρατηρήθηκε στις ευρωπαϊκές αγορές, με τα συμβόλαια των βασικών χρηματιστηριακών δεικτών να ανακτούν μέρος των αρχικών απωλειών τους. Η μεταβλητότητα αντανακλά την προσπάθεια των επενδυτών να αξιολογήσουν τις συνέπειες της νέας πολιτικής ισορροπίας στην Ουάσιγκτον, χωρίς ωστόσο να εγκαταλείπουν πλήρως τις τοποθετήσεις τους σε μετοχές.
Διαβάστε ακόμα: Η πρώτη ανάγνωση: Το νέο πολιτικό και θεσμικό περιβάλλον στις ΗΠΑ μετά την επικράτηση των Δημοκρατικών
Στην Ασία, οι μεγαλύτερες πιέσεις επικεντρώθηκαν στις επιχειρήσεις τεχνολογίας και ημιαγωγών, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν για πιθανή επιβράδυνση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη. Οι μετοχές των Samsung, SK Hynix και TSMC υποχώρησαν σημαντικά κατά τις πρώτες ώρες των συναλλαγών, προτού περιορίσουν μέρος των απωλειών τους. Στη Νότια Κορέα, ο δείκτης Kospi ανέκαμψε έπειτα από αρχική πτώση περίπου 3%, ενώ πιέσεις σημειώθηκαν και στην ιαπωνική αγορά. Η διαφοροποίηση της εικόνας μεταξύ των αγορών υποδηλώνει ότι οι επενδυτές δεν αντιμετωπίζουν το εκλογικό αποτέλεσμα ως ενιαίο κίνδυνο, αλλά αξιολογούν ξεχωριστά τις προοπτικές κάθε κλάδου.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών βρίσκεται η πιθανότητα αυστηρότερου ρυθμιστικού πλαισίου για τις μεγάλες τεχνολογικές επιχειρήσεις και τις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης. Η επικράτηση των Δημοκρατικών ενισχύει τις εκτιμήσεις για μεγαλύτερο πολιτικό και κανονιστικό έλεγχο των επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων, ιδιαίτερα σε πολιτείες όπως το Τέξας, όπου αναπτύσσονται σημαντικές υποδομές υπολογιστικής ισχύος. Οι ανησυχίες αφορούν το ενδεχόμενο καθυστερήσεων στην αδειοδότηση νέων εγκαταστάσεων, αλλά και αυστηρότερων απαιτήσεων σχετικά με την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας. Παράλληλα, αναλυτές επισημαίνουν ότι οι υψηλές αποτιμήσεις των τεχνολογικών εταιρειών και το αυξανόμενο κόστος των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη είχαν ήδη προκαλέσει προβληματισμό στις αγορές πριν από τις εκλογές.
Πτωτικά κινήθηκε και το αμερικανικό δολάριο, ενώ ενισχύθηκε η ζήτηση για κρατικά ομόλογα των ΗΠΑ, καθώς οι επενδυτές αναζητούσαν ασφαλέστερες τοποθετήσεις. Η απόδοση του αμερικανικού δεκαετούς ομολόγου υποχώρησε κατά έξι μονάδες βάσης, στο 4,906%, ενώ ο δείκτης του δολαρίου κατέγραψε απώλειες 0,37%, στις 101,34 μονάδες. Το ευρώ ενισχύθηκε κατά 0,5%, φθάνοντας τα 1,1249 δολάρια, με το αμερικανικό νόμισμα να υποχωρεί επίσης έναντι του γεν και του ελβετικού φράγκου. Η αποκλιμάκωση των αποδόσεων των ομολόγων αποδίδεται εν μέρει στις προσδοκίες ότι η νέα σύνθεση του Κογκρέσου θα δυσκολέψει την προώθηση πρόσθετων δημοσιονομικών παρεμβάσεων.
Η αλλαγή των πολιτικών συσχετισμών δημιουργεί παράλληλα ερωτήματα για τη δυνατότητα της κυβέρνησης Τραμπ να προωθήσει νέες φορολογικές ελαφρύνσεις, αυξήσεις δαπανών και άλλες οικονομικές πρωτοβουλίες. Με τους Δημοκρατικούς να ελέγχουν και τα δύο σώματα του Κογκρέσου, ενισχύεται το ενδεχόμενο παρατεταμένων διαπραγματεύσεων για τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό και το ανώτατο όριο του δημόσιου χρέους. Παρότι η προοπτική συγκράτησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων μπορεί να λειτουργήσει θετικά για την αγορά ομολόγων, η πιθανότητα πολιτικών συγκρούσεων και καθυστερήσεων στη λήψη αποφάσεων συνιστά πρόσθετη πηγή αβεβαιότητας για τις επιχειρήσεις και τους επενδυτές.
Ωστόσο, η εκλογική επικράτηση των Δημοκρατικών δεν συνεπάγεται αυτόματα ριζική ανατροπή της αμερικανικής οικονομικής πολιτικής. Ο Ντόναλντ Τραμπ διατηρεί το δικαίωμα άσκησης βέτο σε νομοθετικές πρωτοβουλίες, ενώ εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικές εκτελεστικές αρμοδιότητες σε ζητήματα εμπορίου, δασμών και εξωτερικής πολιτικής. Επιπλέον, οι Δημοκρατικοί δεν διαθέτουν την απαιτούμενη πλειοψηφία των δύο τρίτων για την υπέρβαση ενός προεδρικού βέτο. Επομένως, παρά την αυξημένη δυνατότητα του Κογκρέσου να ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο, η εφαρμογή ουσιαστικών αλλαγών στη ρυθμιστική και οικονομική πολιτική αναμένεται να αντιμετωπίσει σημαντικά εμπόδια.
Οι επιπτώσεις των εκλογών επεκτείνονται και στην αγορά των κρυπτονομισμάτων, όπου καταγράφηκαν αρχικά απώλειες, υπό τον φόβο αυστηρότερης εποπτείας του κλάδου. Το Bitcoin υποχώρησε ενδοσυνεδριακά κοντά στις 75.666 δολάρια, πριν περιορίσει τις απώλειές του, ενώ πιέσεις δέχθηκε και το Ethereum. Οι επενδυτές εξετάζουν κατά πόσο η νέα σύνθεση του Κογκρέσου θα επηρεάσει τη νομοθετική πρόοδο για την αγορά ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων. Την ίδια ώρα, οι διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου συνδέονται κυρίως με τις εξελίξεις στα μέτωπα της Ουκρανίας και του Ιράν, υπενθυμίζοντας ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τις διεθνείς αγορές.
Παρά τις αρχικές έντονες αντιδράσεις, αναλυτές εμφανίζονται συγκρατημένοι ως προς το ενδεχόμενο παρατεταμένης αναταραχής. Η επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής της Saxo, Charu Chanana, επισήμανε ότι «οι αγορές ενδέχεται να αναγνωρίζουν πως το πολιτικό αδιέξοδο δεν συνεπάγεται απαραίτητα χαμηλότερα εταιρικά κέρδη», εξηγώντας την ανάκαμψη από τις αρχικές απώλειες. Αντίστοιχα, ο Michael Arone, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής της State Street Global Advisors, εκτίμησε ότι «ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις αγορές δεν προέρχεται από το δημοκρατικό κύμα, αλλά από την υπερβολική αντίδραση των επενδυτών σε αυτό».
Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις πρώτες αντιδράσεις της αμερικανικής κυβέρνησης και στις προτεραιότητες που θα θέσουν οι Δημοκρατικοί μετά την ανάληψη του ελέγχου του Κογκρέσου. Καθοριστικό ρόλο στη μελλοντική πορεία των αγορών αναμένεται να διαδραματίσουν οι εξελίξεις στην τεχνητή νοημοσύνη, οι δημοσιονομικές διαπραγματεύσεις και οι αποφάσεις της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ για τα επιτόκια. Το βασικό ερώτημα για τους επενδυτές είναι κατά πόσο η νέα πολιτική πραγματικότητα θα περιορίσει τις προοπτικές ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας ή αν η αρχική αναταραχή θα δώσει τη θέση της σε μια περίοδο μεγαλύτερης σταθερότητας.



