Πολύ ικανοποιημένος από όσα έχει βρει στον Παναθηναϊκό και εντυπωσιασμένος από την αντιπαλότητα που υπάρχει με τον Ολυμπιακό δήλωσε ο Ινιάκι Πένια σε συνέντευξή του στην AS.
Ο Ισπανός γκολκίπερ αναφέρθηκε στο πώς βίωσε το πρώτο του ντέρμπι στο «Γ. Καραϊσκάκης», ενώ τοποθέτησε το παιχνίδι αυτό από πλευράς φανατισμού και έντασης πίσω μόνο από τα αντίστοιχα στην Τουρκία.
Αναλυτικά οι δηλώσεις του:
-Πώς είναι η ζωή στην Αθήνα;
«Μέχρι στιγμής, όλα καλά. Όσον αφορά το μέγεθος, το κλίμα, το φαγητό, τους ανθρώπους και την ποιότητα ζωής, συγκρίνεται με μια πόλη όπως η Βαρκελώνη. Η γλώσσα είναι πολύ πιο περίπλοκη και, προς το παρόν, συνεννοούμαι στα αγγλικά. Η εμπειρία είναι πολύ θετική και τα πάμε καλά στον αθλητικό τομέα»
-Πώς είναι η σχέση σας με τους φιλάθλους —τόσο της ομάδας σας όσο και των αντιπάλων— εκτός γηπέδου;
«Ο κόσμος εδώ είναι πολύ παθιασμένος και όλα είναι κάπως ακραία. Αν τα πράγματα πάνε καλά, είναι φανταστικά, αλλά αν πάνε στραβά, δημιουργείται αμέσως ένταση. Δεν βγαίνω πολύ έξω, και ζω μια ζωή επικεντρωμένη στην οικογένεια — έχω έναν μικρό γιο και περιμένω άλλον έναν τον Ιανουάριο. Η αντιπαλότητα είναι αισθητή παντού, αλλά δεν έχω αντιμετωπίσει προβλήματα στον δρόμο και ο κόσμος μου φέρεται με σεβασμό».
-Πώς ήταν η ατμόσφαιρα κατά την επίσκεψη στην έδρα του Ολυμπιακού για το ντέρμπι με τον «αιώνιο» αντίπαλο;
«Πολύ παρόμοια με αυτό που έζησα στην Τουρκία. Τις μέρες πριν από το ματς, καταλαβαίνεις αμέσως ότι δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο παιχνίδι. Η ατμόσφαιρα ήταν απίστευτη, παρόλο που το κοινό ήταν εναντίον μας. Χάσαμε με 1-0 από ένα φάουλ από μακρινή απόσταση και μια φάση που προέκυψε από τη δεύτερη μπάλα, αλλά ήταν καθαρή σύμπτωση, καθώς δεν παίξαμε στο μέγιστο των δυνατοτήτων μας. Άλλωστε, έχουμε κερδίσει όλα τα άλλα παιχνίδια μέχρι τώρα. Επίσης, συνέβη κάτι πολύ περίεργο…
-Τι συνέβη;
«Πριν από το ματς, κοίταξα τις συνθέσεις και εξεπλάγην αρκετά όταν είδα ποιος ήταν ο διαιτητής. Ήταν ο Ερνάντεθ Ερνάντεθ. Ρώτησα και έμαθα ότι η UEFA ορίζει διαιτητές σε σημαντικά παιχνίδια υψηλών απαιτήσεων, ώστε να αποφεύγονται τυχόν υποψίες ή εντάσεις. Το κάνουν αυτό εδώ και καιρό, με στόχο να προλάβουν τυχόν προβλήματα».
-Πιστεύετε ότι αυτό το μέτρο θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην Ισπανία, για παράδειγμα σε ένα ματς όπως αυτό στο «Καμπ Νόου»;
«Δεν το είχα σκεφτεί μέχρι που το βίωσα από πρώτο χέρι, αλλά τώρα πιστεύω πως ναι. Πρόκειται για διαιτητές που βρίσκονται εντελώς έξω από τη σφαίρα επιρροής οποιασδήποτε εκ των δύο ομάδων, και θεωρώ ότι είναι μια καλή πρωτοβουλία. Θα ήταν θετικό να διευθύνουν ξένοι διαιτητές ένα “Clasico”. Έχει λογική, καθώς είναι συνηθισμένοι να διαιτητεύουν ευρωπαϊκούς αγώνες υψηλού επιπέδου, γεγονός που αποτρέπει κάθε υποψία. Επιπλέον, διαλύει τυχόν αμφιβολίες ή λανθασμένες εντυπώσεις που μπορεί να έχει ο κόσμος γι’ αυτούς, ενόψει ενός τόσο κρίσιμου αγώνα».
-Πώς επηρεάζει έναν αντίπαλο τερματοφύλακα το να βρίσκεται σε μια «καυτή» ατμόσφαιρα, με φωτοβολίδες και ένα σκηνικό που θυμίζει κόλαση;
«Όταν έρχεται εκείνη η ώρα, ξέρεις πού πας και τι να περιμένεις. Προσπαθείς να προετοιμαστείς όσο το δυνατόν καλύτερα, ώστε να μην χάσεις τη συγκέντρωσή σου μέσα σε μια τόσο τεταμένη ατμόσφαιρα. Γίνονται προσπάθειες να εξαλειφθεί το φαινόμενο με τις φωτοβολίδες, καθώς οι αγώνες διακόπτονταν πολύ συχνά, και υπήρξε συμφωνία όλων των πλευρών για μια κοινή στάση. Το ζήτημα παραμένει υπό διαχείριση, αλλά υπάρχει και το πρόβλημα με τους δείκτες λέιζερ».
-Το αντιμετώπισες αυτό στο γήπεδο του Ολυμπιακού;
«Ναι. Για περισσότερα από εβδομήντα λεπτά –σε ένα ματς ενενήντα λεπτών– κάποιος με σημάδευε συνεχώς από την άλλη άκρη του γηπέδου, προσπαθώντας να με αποσυντονίσει. Έπρεπε να καταβάλω προσπάθεια για να το αγνοήσω, καθώς είναι δύσκολο να διακόπτεται το παιχνίδι κάθε φορά για να εντοπιστεί ο υπαίτιος. Αναγκάστηκα να προσαρμοστώ, αφού πρόκειται για καταστάσεις που δεν μπορώ να ελέγξω».
-Το πάθος και η αντιπαλότητα σε ένα ντέρμπι της Αθήνας συγκρίνονται με εκείνα ενός «Clasico»;
«Όσον αφορά την κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης και τον παγκόσμιο αντίκτυπο, προφανώς δεν είναι το ίδιο, αλλά θα μπορούσε να συγκριθεί με ένα ντέρμπι Μπέτις-Σεβίλλη. Το γεγονός ότι οι ομάδες εδρεύουν στην ίδια πόλη εντείνει την κατάσταση, και η ατμόσφαιρα αρχίζει να φορτίζει πολύ νωρίτερα. Ακόμα και όταν βρίσκεσαι στο ξενοδοχείο, οι οπαδοί της αντίπαλης ομάδας πετούν κροτίδες. Αυτό που βίωσα στο γήπεδο ‘Καραϊσκάκης’ δεν συγκρίνεται με τίποτα από όσα βλέπει κανείς σε ένα ‘Clasico’, όσον αφορά την πίεση και την ατμόσφαιρα. Είναι θέμα κουλτούρας και πρέπει να προσαρμοστείς».
Η έχθρα επεκτείνεται και στο μπάσκετ…
«Απολύτως. Το παίρνουν προσωπικά. Είτε είσαι ένας από εμάς είτε ένας από αυτούς. Το βλέπεις καθημερινά στον δρόμο. Όταν οδηγείς, βλέπεις γκράφιτι κατά της αντίπαλης ομάδας, και οι οπαδοί το βιώνουν με τεράστιο πάθος».
-Έζησες επίσης από κοντά ένα παιχνίδι Γαλατασαράι-Φενέρμπαχτσε, έστω και από τον πάγκο. Πώς θα το συνέκρινες με το «El Clasico» και το ελληνικό ντέρμπι, όσον αφορά την ένταση;
«Η κατάταξη, με βάση την ατμόσφαιρα στο γήπεδο και το πάθος, θα ήταν: Τουρκία, Ελλάδα και Ισπανία, με αυτή τη σειρά — αναφερόμενος πάντα σε αναμετρήσεις με τη μεγαλύτερη αντιπαλότητα, όπως το Μπαρτσελόνα-Ρεάλ Μαδρίτης. Αυτό είναι που έζησα εγώ. Αυτά που λένε για την ‘τουρκική κόλαση’ είναι απολύτως αληθινά».
-Έπαιξες 45 παιχνίδια με την Μπαρτσελόνα. Πώς ένιωσες που έφυγες από τον σύλλογο;
«Ήταν δύσκολη απόφαση να φύγω, γιατί είχα έρθει εκεί ως παιδί και ένιωθα σαν στο σπίτι μου. Ήταν μια περίπλοκη κατάσταση, τόσο σε προσωπικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο, αλλά ήθελα να δοκιμάσω μια νέα περιπέτεια στο εξωτερικό και να γνωρίσω μια άλλη κουλτούρα. Χρειαζόταν να παίζω και να νιώθω σημαντικός, έχοντας τακτική συμμετοχή. Ήταν ένα βήμα που ανυπομονούσα να κάνω. Η αλλαγή ήταν απότομη, αλλά η απόφαση ήταν η σωστή».
*πηγή φωτογραφίας: pao.gr



